Ασκητή Β. – Παιδονεφρολόγος – Απεικονιστικές Μέθοδοι του Ουροποιητικού
Απεικόνιση ουροποιητικού στα παιδιά: υπερηχογράφημα, υπερηχογραφική κυστεογραφία (ceVUS), DMSA, MAG-3, MRU και παρακολούθηση UTD και CAKUT.
Το βίντεο φορτώνει από το YouTube μόλις πατήσετε αναπαραγωγή. Άνοιγμα στο YouTube (νέα καρτέλα)
Κεφάλαια της ομιλίας — το κλικ ξεκινά το βίντεο από εκεί
- 00:00 Εισαγωγή και σημασία των ανωμαλιών CAKUT
- 02:34 Υπερηχογράφημα νεφρών-ουρητήρων-κύστης (ΝΟΚ)
- 03:51 Κυστεοουρηθρογραφία: κλασική ακτινολογική και υπερηχογραφική (ceVUS)
- 06:48 Ενδείξεις και χρονισμός κυστεοουρηθρογραφίας
- 08:23 Σπινθηρογραφήματα νεφρών (DMSA, DTPA, MAG-3)
- 10:24 Αξονική τομογραφία (CT)
- 11:48 Μαγνητική τομογραφία (MRI) και μαγνητική ουρογραφία (MRU)
- 12:51 Απεικονιστικός έλεγχος σε συγκεκριμένες νοσολογικές οντότητες
- 18:57 Συμπεράσματα
- 19:48 Ερωτήσεις και απαντήσεις
Περίληψη (Abstract)
Εισαγωγή: Οι συγγενείς διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος (CAKUT) αποτελούν την κυριότερη αιτία χρόνιας νεφρικής νόσου τελικού σταδίου στον παιδιατρικό πληθυσμό. Ο παιδίατρος της πρωτοβάθμιας φροντίδας καλείται να επιλέξει έγκαιρα και με ασφάλεια τις κατάλληλες απεικονιστικές εξετάσεις, αποφεύγοντας την περιττή ακτινοβόληση των παιδιών.
Σκοπός: Η παρουσίαση των σύγχρονων απεικονιστικών μεθόδων του ουροποιητικού συστήματος στην παιδιατρική, των ενδείξεων και των περιορισμών τους, καθώς και των αλγορίθμων διερεύνησης συχνών νεφρολογικών οντοτήτων.
Περιεχόμενο: Αναλύεται ο ρόλος του υπερηχογραφήματος νεφρών-ουρητήρων-κύστης ως εξέτασης πρώτης γραμμής και τα απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να αναγράφονται στην έκθεση. Παρουσιάζεται η κλασική ακτινολογική κυστεοουρηθρογραφία (ΚΟΓ) έναντι της υπερηχογραφικής κυστεοουρηθρογραφίας (ceVUS), η οποία υπερέχει στην ανίχνευση κυστεοουρητηρικής παλινδρόμησης (ΚΟΠ) χωρίς επιβάρυνση ακτινοβολίας, διατηρώντας ισοδύναμη αξιοπιστία στην απεικόνιση της ουρήθρας. Εξετάζονται οι ενδείξεις των σπινθηρογραφημάτων (DMSA για φλοιικές ουλές/πυελονεφρίτιδα, MAG-3 για λειτουργική απόφραξη), της αξονικής τομογραφίας (περιορισμένη χρήση λόγω ακτινοβολίας και νεφροτοξικότητας σκιαγραφικού) και της μαγνητικής ουρογραφίας (MRU) ως ολοκληρωμένης μεθόδου («one-stop shop»). Τέλος, αναλύονται οι αλγόριθμοι παρακολούθησης για τη νεογνική διάταση του πυελοκαλυκικού συστήματος (ταξινόμηση UTD), τον πλειοκυστικό δυσπλαστικό νεφρό, την απόφραξη της πυελοουρητηρικής συμβολής, τον συγγενή μονήρη νεφρό και τις απλές κύστεις Bosniak.
Συμπεράσματα: Η ορθολογική χρήση των απεικονιστικών εξετάσεων επιτρέπει την ακριβή διάγνωση και τη στοχευμένη αντιμετώπιση, ελαχιστοποιώντας την επεμβατικότητα και την έκθεση των παιδιών σε ιοντίζουσα ακτινοβολία.
Λέξεις-κλειδιά: απεικόνιση ουροποιητικού, υπερηχογράφημα νεφρών, υπερηχογραφική κυστεογραφία, κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση, σπινθηρογράφημα DMSA, MAG-3, CAKUT, UTD
Κύρια σημεία
- Οι συγγενείς ανωμαλίες του νεφρού και του ουροποιητικού συστήματος (CAKUT) αποτελούν την πιο συχνή αιτία νεφρικής νόσου τελικού σταδίου στα παιδιά.
- Το υπερηχογράφημα νεφρών-ουρητήρων-ουροδόχου κύστης παραμένει η βασική απεικόνιση πρώτης γραμμής, απαιτώντας λεπτομερή καταγραφή μεγέθους, παρεγχύματος, διατάσεων και υπολείμματος ούρων.
- Η υπερηχογραφική κυστεοουρηθρογραφία (ceVUS) αναδεικνύεται ως εξαιρετικά ευαίσθητη μέθοδος ανίχνευσης κυστεοουρητηρικής παλινδρόμησης (υπερέχοντας της ακτινολογικής στα 2/3 των ασθενών) χωρίς καθόλου ακτινοβολία.
- Η κυστεοουρηθρογραφία μετά από ουρολοίμωξη μπορεί να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια μόλις 4 ημέρες μετά από αποτελεσματική ενδοφλέβια αγωγή και στείρα ούρα, χωρίς αναμονή ενός μηνός.
- Το στατικό σπινθηρογράφημα με Tc-99m DMSA για ανάδειξη μόνιμων ουλών διενεργείται τουλάχιστον 6 μήνες μετά το επεισόδιο της ουρολοίμωξης.
- Στη διάταση του πυελοκαλυκικού συστήματος, η ταξινόμηση UTD (P1 χαμηλού, P2 ενδιάμεσου, P3 υψηλού κινδύνου) καθορίζει με σαφήνεια τη συχνότητα παρακολούθησης και την ένδειξη χημειοπροφύλαξης ή κυστεογραφίας.
- Στον συγγενή μονήρη νεφρό, το υπερηχογράφημα από έμπειρο εξεταστή επαρκεί για τη διάγνωση και δεν απαιτείται σπινθηρογράφημα ρουτίνας, ενώ στα κορίτσια συνιστάται υπέρηχος έσω γεννητικών οργάνων μεταξύ θηλαρχής και εμμηναρχής.
- Μονήρεις νεφρικές κύστεις τύπου Bosniak 1 και 2 απαιτούν μόνο υπερηχογραφική παρακολούθηση, χωρίς αξονική ή μαγνητική τομογραφία.
Εισαγωγή και σημασία των ανωμαλιών CAKUT Στο βίντεο από 00:00
Οι συγγενείς διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος (Congenital Anomalies of the Kidney and Ureteric Tract – CAKUT), καθώς και οι επίκτητες διαταραχές, αποτελούν κρίσιμο πεδίο έγκαιρης διάγνωσης στην παιδιατρική πράξη. Τα CAKUT συνιστούν την πιο συχνή αιτία χρόνιας νεφρικής νόσου τελικού σταδίου στα παιδιά. Οι παιδίατροι και οι νεογνολόγοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή ανίχνευσής τους, συχνά ήδη από τον προγεννητικό έλεγχο ή τις πρώτες εβδομάδες ζωής.
Στο φάσμα των ανωμαλιών CAKUT περιλαμβάνονται:
- Νεφρική υποπλασία.
- Κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση (ΚΟΠ).
- Πλειοκυστικός δυσπλαστικός νεφρός.
- Απόφραξη πυελοουρητηρικής συμβολής (ΠΟΣ).
- Διπλό πυελοκαλυκικό σύστημα.
- Βαλβίδες οπίσθιας ουρήθρας (αφορούν αποκλειστικά αγόρια).
Η σωστή επιλογή των απεικονιστικών εργαλείων είναι θεμελιώδης τόσο για την πρόωρη ανίχνευση όσο και για την εκτίμηση της εξέλιξης της νεφρικής λειτουργίας και της πρόγνωσης.
Υπερηχογράφημα νεφρών-ουρητήρων-κύστης (ΝΟΚ) Στο βίντεο από 02:34
Το υπερηχογράφημα ΝΟΚ παραμένει η πρώτη γραμμής και απολύτως απαραίτητη απεικονιστική εξέταση στην παιδιατρική νεφρολογία.
Μια πλήρης και κλινικά χρήσιμη υπερηχογραφική έκθεση οφείλει να περιλαμβάνει υποχρεωτικά τις εξής παραμέτρους:
- Μέγεθος νεφρών (επιμήκης διάμετρος σε σύγκριση με τις εκατοστιαίες θέσεις ανάλογα με την ηλικία και το ύψος).
- Πάχος του νεφρικού παρεγχύματος.
- Ύπαρξη ή μη διπλού πυελοκαλυκικού συστήματος.
- Βαθμό διάτασης του πυελοκαλυκικού συστήματος (προσθιοπίσθια διάμετρος πυέλου, διάταση καλύκων) και των ουρητήρων.
- Χωρητικότητα της ουροδόχου κύστης και πάχος του τοιχώματός της.
- Υπόλειμμα ούρων μετά την ούρηση.
Μειονεκτήματα και περιορισμοί του υπερηχογραφήματος
Παρά την καθολική του χρήση, το υπερηχογράφημα χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένους περιορισμούς:
- Εξαρτάται άμεσα από την εμπειρία και την εξειδίκευση του εξεταστή (υποκειμενική μέθοδος).
- Παρουσιάζει μειωμένη αξιοπιστία σε παχύσαρκα παιδιά, σε περιπτώσεις έντονης δυσκοιλιότητας και μετεωρισμού, καθώς και σε μη συνεργάσιμα βρέφη ή νήπια.
- Παρουσιάζει τεχνική αδυναμία ανάδειξης μικρών λίθων, ιδιαίτερα στη μεσότητα του ουρητήρα.
Κυστεοουρηθρογραφία: κλασική ακτινολογική και υπερηχογραφική (ceVUS) Στο βίντεο από 03:51
Η κυστεοουρηθρογραφία (ΚΟΓ) αποτελεί τη μέθοδο επιλογής για τον έλεγχο της κυστεοουρητηρικής παλινδρόμησης και την ανατομική αξιολόγηση της ουροδόχου κύστης και της ουρήθρας.
Κλασική ακτινολογική ΚΟΓ
Θεωρείται διεθνώς το ιστορικό πρότυπο αναφοράς (gold standard) για:
- Τη διάγνωση και σταδιοποίηση της ΚΟΠ.
- Την παθολογία της κύστης (π.χ. εκκολπώματα, ουρητηροκήλη).
- Την παθολογία της ουρήθρας, κατεξοχήν για τη διάγνωση των βαλβίδων οπίσθιας ουρήθρας στα άρρενα νεογνά και βρέφη.
Για να είναι πλήρης και αξιόπιστη η ακτινολογική ΚΟΓ, απαιτούνται λήψεις:
- Στην πρώιμη πλήρωση της κύστης (για ανάδειξη πιθανής ουρητηροκήλης, η οποία συμπιέζεται και χάνεται σε πλήρη πλήρωση).
- Σε πλήρη πλήρωση της ουροδόχου κύστης.
- Κατά τη διάρκεια της ούρησης, με προβολή της ουρήθρας τόσο πριν όσο και αμέσως μετά την αφαίρεση του καθετήρα.
Υπερηχογραφική κυστεοουρηθρογραφία (ceVUS)
Την τελευταία δεκαετία έχει καθιερωθεί η υπερηχογραφική ΚΟΓ (contrast-enhanced voiding urosonography – ceVUS). Κατά την τεχνική αυτή, μετά από καθετηριασμό της ουροδόχου κύστης, εγχέεται ενδοκυστικά ειδική ηχοενισχυτική σκιαγραφική ουσία μικροφυσαλίδων αναμεμειγμένη με φυσιολογικό ορό. Ακολουθεί απεικόνιση των νεφρών, των ουρητήρων, της κύστης και της ουρήθρας κατά την πλήρωση και την κένωση. Συνήθως εκτελούνται 2 έως 3 διαδοχικοί κύκλοι πλήρωσης-κένωσης. Η ανίχνευση κινούμενων ηχογενών φυσαλίδων εντός του ουρητήρα ή του πυελοκαλυκικού συστήματος επιβεβαιώνει την παρουσία ΚΟΠ.
Πλεονεκτήματα της υπερηχογραφικής ΚΟΓ:
- Πλήρης αποφυγή ιοντίζουσας ακτινοβολίας, γεγονός που επιτρέπει την εκτέλεση πολλαπλών κύκλων πλήρωσης-κένωσης χωρίς κανένα βιολογικό κόστος για το παιδί.
- Αυξημένη ευαισθησία: Σύμφωνα με τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Παιδιατρικής Ακτινολογίας (European Society of Paediatric Radiology – ESPR, 2024), η ceVUS είναι πιο ευαίσθητη στην ανίχνευση ΚΟΠ συγκριτικά με την ακτινολογική ΚΟΓ, αναδεικνύοντας παλινδρόμηση υψηλότερου βαθμού στα 2/3 των ασθενών.
- Εξίσου καλή αξιοπιστία στην εκτίμηση της ουρήθρας, αναδεικνύοντας φυσιολογικές παραλλαγές (π.χ. ουρηθροκολπική παλινδρόμηση σε κορίτσια) ή παθολογικές στενώσεις/βαλβίδες.
- Άριστη ανάδειξη διπλού πυελοκαλυκικού συστήματος και ενδονεφρικής παλινδρόμησης (intrarenal reflux), η οποία αποτελεί σημαντικό προγνωστικό δείκτη για νεφρικές ουλές.
- Η σταδιοποίηση της ΚΟΠ με ceVUS είναι πλήρως συμβατή με τη διεθνή πεντάβαθμη ταξινόμηση (βαθμοί I–V).
Περιορισμοί της υπερηχογραφικής ΚΟΓ:
- Μειωμένη διαγνωστική ακρίβεια σε περιπτώσεις διασταυρούμενης νεφρικής εκτοπίας.
- Δυσχέρεια απεικόνισης σε σοβαρή σκολίωση.
- Δυσκολία σύνθεσης μιας πανοραμικής εικόνας ολόκληρου του ουροποιητικού συστήματος σε μία μόνο στατική λήψη.
Ενδείξεις και χρονισμός κυστεοουρηθρογραφίας Στο βίντεο από 06:48
Η διενέργεια κυστεοουρηθρογραφίας (είτε ακτινολογικής είτε υπερηχογραφικής ceVUS) ενδείκνυται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
- Στη 2η εμπύρετη ουρολοίμωξη (ουρολοίμωξη ανώτερου ουροποιητικού / οξεία πυελονεφρίτιδα).
- Στην 1η εμπύρετη ουρολοίμωξη, εφόσον συντρέχει τουλάχιστον ένα από τα παρακάτω:
- Απομόνωση παθογόνου άλλου από Escherichia coli (π.χ. Klebsiella, Proteus, Pseudomonas, Enterococcus).
- Καθυστέρηση ανταπόκρισης στην κατάλληλη αντιβιοτική αγωγή πέραν των 48 ωρών.
- Ύπαρξη παθολογικών υπερηχογραφικών ευρημάτων στο υπερηχογράφημα ΝΟΚ.
Τα υπερηχογραφικά ευρήματα που επιβάλλουν κυστεογραφία από την πρώτη εμπύρετη λοίμωξη περιλαμβάνουν:
- Μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη νεφρική υποπλασία.
- Παθολογική ηχογένεια του νεφρικού παρεγχύματος.
- Σοβαρή διάταση του πυελοκαλυκικού συστήματος.
- Διάταση ουρητήρα με διάμετρο >4 mm.
- Πάχυνση του ουροεπιθηλίου της νεφρικής πιέλου (αποτελεί έμμεσο υπερηχογραφικό δείκτη παλινδρόμησης).
- Διαταραχές της ουροδόχου κύστης (ουρητηροκήλη, εκκολπώματα, πάχυνση τοιχώματος).
Χρονισμός εκτέλεσης της ΚΟΓ μετά από ουρολοίμωξη
Ιστορικά επικρατούσε η πρακτική να αναβάλλεται η κυστεογραφία για 4 έως 6 εβδομάδες μετά την αποδρομή της ουρολοίμωξης. Σύμφωνα με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες της ESPR (2024), η ΚΟΓ μπορεί να διενεργηθεί αμέσως μετά την υποχώρηση της οξείας φάσης, εφόσον η θεραπεία είναι αποτελεσματική. Συγκεκριμένα, μπορεί να πραγματοποιηθεί με πλήρη ασφάλεια ακόμη και 4 ημέρες μετά την έναρξη ενδοφλέβιας αντιβιοτικής αγωγής, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι τα ούρα έχουν καταστεί στείρα.
Σπινθηρογραφήματα νεφρών (DMSA, DTPA, MAG-3) Στο βίντεο από 08:23
Τα σπινθηρογραφήματα καταγράφουν την κατανομή και έκκριση ραδιοφαρμάκων μέσω γ-κάμερας, προσφέροντας πρωτίστως λειτουργική αξιολόγηση και δευτερευόντως ανατομική απεικόνιση.
Στατικό σπινθηρογράφημα με Tc-99m DMSA
Το διμερκαπτοηλεκτρικό οξύ (dimercaptosuccinic acid – DMSA) συνδέεται ειδικά με τα κύτταρα του εγγύς εσπειραμένου σωληναρίου στο λειτουργικό νεφρικό παρέγχυμα. Οι παθολογικές περιοχές εμφανίζονται ως ελλείμματα καθήλωσης του ραδιοφαρμάκου.
- Ενδείξεις:
- Ανίχνευση οξείας πυελονεφρίτιδας στην οξεία φάση, όταν υπάρχει έντονη κλινική υποψία αλλά η καλλιέργεια ούρων αποβαίνει στείρα (π.χ. λόγω προηγηθείσας χορήγησης αντιβιοτικών).
- Έλεγχος για μόνιμες νεφρικές φλοιικές ουλές. Για την τεκμηρίωση μόνιμης βλάβης, η εξέταση πρέπει να διενεργείται αυστηρά μετά την πάροδο 6 μηνών από το επεισόδιο της οξείας λοίμωξης.
- Εκτίμηση της διαφορικής (ποσοστιαίας) νεφρικής λειτουργίας κάθε νεφρού.
Δυναμικά σπινθηρογραφήματα (Tc-99m DTPA και Tc-99m MAG-3)
Τα δυναμικά σπινθηρογραφήματα εκτιμούν την αιμάτωση, τη σπειραματική διήθηση ή τη σωληναριακή απέκκριση και τη ροή των ούρων.
- Tc-99m DTPA: Απεκκρίνεται κατά 100% μέσω σπειραματικής διήθησης. Επιτρέπει υπολογισμό του GFR, αλλά έχει εγκαταλειφθεί σε μεγάλο βαθμό στην παιδιατρική πράξη.
- Tc-99m MAG-3 (Mercaptoacetyltriglycine): Αποτελεί σήμερα το ραδιοφάρμακο εκλογής για δυναμικό νεφρόγραμμα. Απεκκρίνεται κατά 95% μέσω των νεφρικών σωληναρίων (ενεργητική σωληναριακή έκκριση) και μόνο 5% μέσω σπειραματικής διήθησης. Πλεονεκτεί έναντι του DTPA διότι προσφέρει ταχύτερη απέκκριση, χαμηλότερο επίπεδο υποβάθρου (background activity) και ανώτερη ποιότητα εικόνας ακόμη και σε νεογνά ή ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία.
Ανάλυση της καμπύλης του δυναμικού νεφρογράμματος
Το φυσιολογικό νεφρόγραμμα περιλαμβάνει τρεις διακριτές φάσεις:
- Φάση Ι (Αγγειακή φάση): Απότομη άνοδος της ραδιενέργειας εντός δευτερολέπτων από την ενδοφλέβια χορήγηση, αντανακλώντας τη νεφρική αιμάτωση.
- Φάση ΙΙ (Εκκριτική φάση / Φάση πρόσληψης): Σταδιακή άνοδος της καμπύλης έως το μέγιστο σημείο (peak), αντιπροσωπεύοντας τη διήθηση/σωληναριακή πρόσληψη του ραδιοφαρμάκου.
- Φάση ΙΙΙ (Απεκκριτική φάση): Ταχεία πτώση της καμπύλης προς τη γραμμή βάσης καθώς το ραδιοφάρμακο απομακρύνεται μέσω της ουροφόρου οδού (διευκολύνεται με χορήγηση φουροσεμίδης / δοκιμασία Lasix).
Σε αποφρακτική ουροπάθεια (π.χ. απόφραξη πυελοουρητηρικής συμβολής), η καμπύλη της απεκκριτικής φάσης δεν πέφτει, αλλά παραμένει επίπεδη ή συνεχίζει να ανέρχεται προοδευτικά, χωρίς ανταπόκριση στη χορήγηση διουρητικού, υποδηλώνοντας στάση και αδυναμία παροχέτευσης του νεφρού.
Αξονική τομογραφία (CT) Στο βίντεο από 10:24
Η αξονική τομογραφία εφαρμόζεται ευρύτατα στους ενήλικες, αλλά στην παιδιατρική έχει πολύ περιορισμένες ενδείξεις λόγω:
- Της σημαντικής επιβάρυνσης με ιοντίζουσα ακτινοβολία.
- Του κινδύνου νεφροτοξικότητας από τα ιωδιούχα σκιαγραφικά, η οποία μπορεί να φτάσει το 10% των νοσηλευόμενων παιδιών.
Ενδείξεις αξονικής τομογραφίας στα παιδιά
- CT χωρίς σκιαγραφικό (Low-dose non-contrast CT): Αποτελεί εξέταση επιλογής για την επιβεβαίωση νεφρολιθίασης, αλλά διενεργείται μόνο εφόσον το υπερηχογράφημα παραμένει αμφίβολο. Έχει ευαισθησία 100% τόσο σε συμπτωματικούς όσο και σε ασυμπτωματικούς λίθους.
- CT με σκιαγραφικό: Ενδείκνυται σε βαρύ κοιλιακό τραύμα με μακροσκοπική ή σημαντική μικροσκοπική αιματουρία για τον έλεγχο ρήξης παρεγχύματος, αιματώματος ή αγγειακού τραυματισμού.
- Αξονική αγγειογραφία (CTA): Ενδείκνυται σε υποψία νεφραγγειακής υπέρτασης (στένωση νεφρικής αρτηρίας).
Σε κάθε χορήγηση ιωδιούχου σκιαγραφικού στα παιδιά επιβάλλεται έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας πριν την εξέταση, χρήση της ελάχιστης δυνατής δόσης και σχολαστική ενυδάτωση πριν και μετά τη διαδικασία.
Μαγνητική τομογραφία (MRI) και μαγνητική ουρογραφία (MRU) Στο βίντεο από 11:48
Η μαγνητική τομογραφία αποτελεί εξαιρετική μέθοδο καθότι δεν εκθέτει το παιδί σε ιοντίζουσα ακτινοβολία και παρέχει άριστη απεικόνιση των μαλακών μορίων.
- Ενδείξεις μαγνητικής τομογραφίας (MRI):
- Κυστικά νοσήματα, όταν τα ευρήματα του υπερηχογραφήματος είναι ασαφή ή όταν εμφανίζονται επιπλοκές (αιμορραγία, επιμόλυνση κύστης) που δεν εξηγούνται υπερηχογραφικά.
- Υποψία κακοήθειας (π.χ. νεφροβλάστωμα / όγκος Wilms) για σταδιοποίηση και ανίχνευση θρόμβωσης στη νεφρική φλέβα ή την κάτω κοίλη φλέβα.
Μαγνητική ουρογραφία (MRU)
Χαρακτηρίζεται ως εξέταση «one-stop shop», διότι συνδυάζει σε μία διαδικασία τόσο αναλυτικές μορφολογικές όσο και λειτουργικές πληροφορίες (εκτίμηση απέκκρισης, διαφορικής νεφρικής λειτουργίας).
- Δεν αποτελεί εξέταση πρώτης γραμμής.
- Ενδείκνυται ως εξέταση δεύτερης γραμμής σε ασθενείς με σύνθετες συγγενείς ανωμαλίες (π.χ. διπλό πυελοκαλυκικό σύστημα με έκτοπο ουρητήρα, ουρητηροκήλες με δυσπλαστικό άνω πόλο).
- Χρησιμοποιείται συχνά στον προεγχειρητικό σχεδιασμό των παιδοουρολόγων και μετεγχειρητικά σε αποτυχία αποκατάστασης.
Απεικονιστικός έλεγχος σε συγκεκριμένες νοσολογικές οντότητες Στο βίντεο από 12:51
1. Διάταση πυελοκαλυκικού συστήματος (ταξινόμηση UTD) Στο βίντεο από 13:01
Η αξιολόγηση της νεογνικής υδρονέφρωσης πραγματοποιείται μετά τα πρώτα δύο 24ωρα ζωής (>48 ώρες, ώστε να αποφευχθεί η υποεκτίμηση λόγω της αρχικής ολιγουρίας των νεογνών). Η σταδιοποίηση κινδύνου βασίζεται στο σύστημα UTD (Urinary Tract Dilatation classification) μεταγεννητικά (Postnatal – UTD P):
| Παράμετρος υπερήχου | UTD P1 (Χαμηλού κινδύνου) | UTD P2 (Ενδιάμεσου κινδύνου) | UTD P3 (Υψηλού κινδύνου) |
|---|---|---|---|
| Προσθιοπίσθια διάμετρος πυέλου (ΠΠΔ) | 10 έως <15 mm | ≥15 mm | ≥15 mm |
| Διάταση καλύκων | Μόνο κεντρικοί | Περιφερικοί κάλυκες | Περιφερικοί κάλυκες |
| Πάχος παρεγχύματος | Φυσιολογικό | Φυσιολογικό | Ελαττωμένο / λέπτυνση |
| Ηχογένεια παρεγχύματος | Φυσιολογική | Φυσιολογική | Παθολογική |
| Ουρητήρες | Φυσιολογικοί | Παθολογικοί (>4 mm) | Παθολογικοί |
| Ουροδόχος κύστη | Φυσιολογική | Φυσιολογική | Παθολογική |
Αντιμετώπιση και παρακολούθηση βάσει UTD:
- UTD P1 (Χαμηλός κίνδυνος):
- Υπερηχογράφημα ανά 1 έως 6 μήνες.
- Κυστεοουρηθρογραφία: εξατομικεύεται (κατά την κρίση του θεράποντος).
- Χημειοπροφύλαξη: εξατομικεύεται.
- Σπινθηρογράφημα: δεν συνιστάται.
- UTD P2 (Ενδιάμεσος κίνδυνος):
- Υπερηχογράφημα ανά 1 έως 3 μήνες.
- Κυστεοουρηθρογραφία: εξατομικεύεται.
- Χημειοπροφύλαξη: εξατομικεύεται.
- Σπινθηρογράφημα: εξατομικεύεται.
- UTD P3 (Υψηλός κίνδυνος):
- Υπερηχογράφημα κάθε 1 μήνα.
- Κυστεοουρηθρογραφία: συνιστάται.
- Χημειοπροφύλαξη με αντιβιοτικά: συνιστάται.
- Δυναμικό σπινθηρογράφημα (MAG-3): εξατομικεύεται.
2. Πλειοκυστικός δυσπλαστικός νεφρός (MCDK) Στο βίντεο από 15:01
Εμφανίζεται με συχνότητα 1 ανά 2.500 γεννήσεις. Χαρακτηρίζεται υπερηχογραφικά από πολλαπλές, μη επικοινωνούσες μεταξύ τους κύστεις ποικίλου μεγέθους, οι οποίες περιβάλλονται από παθολογικό, ηχογενές παρέγχυμα ή πλήρη απουσία φυσιολογικού παρεγχύματος.
- Διαφορική διάγνωση: Πρέπει να διαφοροδιαγνωσθεί από τη σοβαρή απόφραξη πυελοουρητηρικής συμβολής (γιγάντια υδρονέφρωση). Η διάκριση γίνεται με δυναμικό σπινθηρογράφημα Tc-99m MAG-3: στον πλειοκυστικό δυσπλαστικό νεφρό η λειτουργία είναι μηδενική (απουσία πρόσληψης/απέκκρισης), ενώ στην απόφραξη ΠΟΣ υπάρχει λειτουργικό παρέγχυμα με στάση.
- Έλεγχος ετερόπλευρου νεφρού: Σε ποσοστό 25% των περιπτώσεων συνυπάρχει κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση ή άλλη συγγενής ανωμαλία στον άλλο (φαινομενικά υγιή) νεφρό. Συνεπώς, η διενέργεια κυστεογραφίας ενδείκνυται με χαμηλό ουδό, ειδικά εάν το παιδί εμφανίσει ουρολοίμωξη.
- Φυσική πορεία: Στις περισσότερες περιπτώσεις οι κύστεις υποστρέφουν βαθμιαία και ο νεφρός συρρικνώνεται μέχρι πλήρους εξαφάνισης (αυτόματη νεφρεκτομή), κάτι που επιβεβαιώνεται με σειριακά υπερηχογραφήματα.
3. Απόφραξη πυελοουρητηρικής συμβολής (ΠΟΣ) Στο βίντεο από 16:17
- Υπερηχογράφημα: Εξέταση πρώτης γραμμής ανά τακτά διαστήματα. Στενή παρακολούθηση απαιτείται σε παιδιά με προσθιοπίσθια διάμετρο (ΠΠΔ) πυέλου 20–30 mm.
- Δυναμικό σπινθηρογράφημα με γ-κάμερα (MAG-3): Ενδείκνυται όταν:
- Η ΠΠΔ πυέλου είναι >30 mm.
- Υπάρχει διάταση μειζόνων καλύκων >10 mm.
- Παρατηρείται λέπτυνση του νεφρικού παρεγχύματος.
- Επανάληψη MAG-3: Συνιστάται εάν το παιδί καταστεί συμπτωματικό (πόνος, ουρολοίμωξη), εάν υπάρξει υπερηχογραφική επιδείνωση της διάτασης της πυέλου ή επιπλέον λέπτυνση του παρεγχύματος. Επισημαίνεται ότι σημαντικό ποσοστό περιπτώσεων εμφανίζει αυτόματη υποχώρηση κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης.
4. Συγγενής μονήρης νεφρός Στο βίντεο από 17:09
- Διάγνωση: Το υπερηχογράφημα από έμπειρο υπερηχογραφιστή είναι πλήρως επαρκές.
- Σπινθηρογράφημα DMSA: Δεν συνιστάται ως εξέταση ρουτίνας για την απλή επιβεβαίωση της ανατομικής απουσίας του νεφρού.
- Κυστεοουρηθρογραφία: Δεν γίνεται τυφλά σε κάθε μονήρη νεφρό. Διενεργείται μόνο εάν συνυπάρχει άλλη υπερηχογραφική διαταραχή στον υπάρχοντα νεφρό ή εάν εμφανιστεί ουρολοίμωξη (ισχύουν οι ίδιες ακριβώς ενδείξεις όπως στα παιδιά με δύο νεφρούς).
- Υπερηχογράφημα γεννητικών οργάνων στα κορίτσια: Απαραίτητος έλεγχος μεταξύ θηλαρχής και εμμηναρχής. Οι γονείς των κοριτσιών με μονήρη νεφρό πρέπει να ενημερώνονται εγκαίρως για την πιθανότητα συνύπαρξης ανωμαλιών των πόρων του Müller (π.χ. μήτρα δίδελφυς, μονόκερως μήτρα, απόφραξη κόλπου).
- Γενετικός έλεγχος: Συνιστάται εάν συνυπάρχουν εξωνεφρικές συγγενείς ανωμαλίες ή θετικό οικογενειακό ιστορικό.
5. Μονήρης νεφρική κύστη Στο βίντεο από 18:00
Η παρουσία μεμονωμένης κύστης στο νεφρό ταξινομείται κατά Bosniak:
- Bosniak τάξη 1 (Απλή κύστη): Στρογγυλή, με λεπτό τοίχωμα (<1 mm), ομοιογενές ανεχοϊκό περιεχόμενο, χωρίς διαφράγματα ή αποτιτανώσεις.
- Bosniak τάξη 2: Παρουσία ελάχιστων λεπτών διαφραγμάτων ή λεπτών γραμμοειδών αποτιτανώσεων.
- Αντιμετώπιση: Σε κύστεις Bosniak 1 ή 2 αρκεί απλή υπερηχογραφική παρακολούθηση ανά τακτά διαστήματα. Δεν απαιτείται αξονική ή μαγνητική τομογραφία, εκτός εάν υπάρξει αλλαγή χαρακτήρων. Απαιτείται πάντοτε επαγρύπνηση και έλεγχος οικογενειακού ιστορικού για την πιθανότητα πρώιμης εκδήλωσης αυτοσωμικής επικρατούς πολυκυστικής νόσου των νεφρών (ADPKD).
Συμπεράσματα Στο βίντεο από 18:57
Η ορθολογική χρήση των απεικονιστικών μεθόδων στο ουροποιητικό σύστημα των παιδιών συνοψίζεται στις ακόλουθες βασικές παραμέτρους:
- Υπερηχογράφημα νεφρών, ουρητήρων και ουροδόχου κύστης: Αποτελεί αδιαμφισβήτητα την εξέταση πρώτης γραμμής, παρέχοντας κρίσιμες μορφολογικές και διαγνωστικές πληροφορίες χωρίς έκθεση σε ιοντίζουσα ακτινοβολία.
- Υπερηχογραφική κυστεοουρηθρογραφία: Παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα συγκριτικά με την κλασική ακτινολογική μέθοδο, διαθέτοντας ανώτερη ευαισθησία στην ανίχνευση και σταδιοποίηση της κυστεοουρητηρικής παλινδρόμησης (ΚΟΠ) και εξαλείφοντας πλήρως την ακτινοβολία. Εντούτοις, όταν απαιτείται από τη χειρουργική ομάδα προεγχειρητικά για ειδικούς ανατομικούς λόγους, διενεργείται η κλασική ανιούσα ακτινολογική κυστεοουρηθρογραφία.
- Μαγνητική ουρογραφία (MRU): Προσφέρει ταυτόχρονη, λεπτομερή εκτίμηση της ανατομίας και της νεφρικής λειτουργικότητας («one-stop shop»). Ενδείκνυται ως εξέταση δεύτερης γραμμής σε ασθενείς με σύνθετες συγγενείς ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος, καθώς και στον προεγχειρητικό ή μετεγχειρητικό σχεδιασμό.
- Κλινική εξοικείωση: Η ουσιαστική εξοικείωση του παιδιάτρου με τις ενδείξεις, τα οφέλη και τους περιορισμούς κάθε απεικονιστικής τεχνικής επιτρέπει τη στοχευμένη διερεύνηση, αποφεύγοντας άσκοπες επεμβατικές εξετάσεις και καθοδηγώντας με ασφάλεια τη θεραπευτική παρέμβαση στους παιδιατρικούς ασθενείς.
Συμπεράσματα για την κλινική πράξη
- Μην παραλείπετε να ζητάτε από τον υπερηχογραφιστή μέτρηση της προσθιοπίσθιας διαμέτρου της πυέλου, απεικόνιση των ουρητήρων, μέτρηση πάχους παρεγχύματος και έλεγχο υπολείμματος ούρων μετά την ούρηση.
- Προτιμάτε την υπερηχογραφική κυστεοουρηθρογραφία (ceVUS) για τον έλεγχο κυστεοουρητηρικής παλινδρόμησης, ιδίως όταν απαιτούνται επαναληπτικοί έλεγχοι, ώστε να προστατεύονται οι γονάδες του παιδιού από την ακτινοβολία.
- Μην καθυστερείτε αναίτια την κυστεογραφία για ένα μήνα μετά από ουρολοίμωξη: μπορεί να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια ήδη από την 4η ημέρα αποτελεσματικής αγωγής εφόσον τα ούρα είναι στείρα.
- Μην παραγγέλνετε σπινθηρογράφημα DMSA για έλεγχο νεφρικών ουλών νωρίτερα από τους 6 μήνες μετά την οξεία λοίμωξη, καθώς οι οξείες φλεγμονώδεις αλλοιώσεις μπορεί να υποστρέψουν.
- Σε νεογνά με προγεννητική υδρονέφρωση, το υπερηχογράφημα πρέπει να γίνεται μετά το 2ο-3ο 24ωρο ζωής (>48 ώρες) για αποφυγή ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων λόγω νεογνικής ολιγουρίας, εκτός αν υπάρχει υποψία βαλβίδων οπίσθιας ουρήθρας.
- Σε κορίτσια με συγγενή μονήρη νεφρό, προγραμματίστε υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων στην περιεφηβική ηλικία (μεταξύ έναρξης ανάπτυξης μαστών και εμμηναρχής) για τον αποκλεισμό συγγενών ανωμαλιών της μήτρας και του κόλπου.
- Απλές νεφρικές κύστεις (Bosniak 1 και 2) δεν χρειάζονται αξονική τομογραφία παρά μόνο τακτική υπερηχογραφική παρακολούθηση.
Ερωτήσεις και απαντήσεις
Ερώτηση (Δ. Φούσκας) [19:54]: Πότε τελικά πρέπει να διενεργείται το σπινθηρογράφημα DMSA μετά από ουρολοίμωξη; Απάντηση: Κανονικά το DMSA πρέπει να γίνεται μετά την πάροδο 6 μηνών από το επεισόδιο, προκειμένου να ελεγχθεί η παρουσία μόνιμων νεφρικών ουλών. Η μόνη ένδειξη για διενέργεια DMSA στην οξεία φάση είναι όταν υπάρχει ισχυρότατη κλινική υποψία οξείας πυελονεφρίτιδας αλλά η καλλιέργεια ούρων αποβαίνει στείρα (π.χ. λόγω πρόωρης λήψης αντιβιοτικού), ώστε να επιβεβαιωθεί η διάγνωση μέσω των ελλειμμάτων πρόσληψης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, αναμένεται το διάστημα των 6 μηνών.
Ερώτηση (από το κοινό – κ. Βούλγαρης) [20:48]: Η υπερηχογραφική κυστεοουρηθρογραφία (ceVUS) πραγματοποιείται μόνο σε νοσοκομειακό περιβάλλον ή μπορεί να γίνει και στον ιδιωτικό τομέα; Υπάρχουν συγκεκριμένα κέντρα στην Αθήνα; Απάντηση: Η εξέταση διενεργείται τόσο σε δημόσια νοσοκομεία όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Στο δημόσιο πραγματοποιείται στα δύο παιδιατρικά νοσοκομεία («Η Αγία Σοφία» και «Π. & Α. Κυριακού»). Στον ιδιωτικό τομέα διενεργείται στο Παιδιατρικό Κέντρο Αθηνών (Ιατρικό Κέντρο), στον όμιλο Affidea (στη Νέα Ερυθραία), από εξειδικευμένους παιδιάτρους ακτινολόγους (όπως ο κ. Καραποστολάκης στη Μιχαλακοπούλου και η κα Κατσικάρη), ενώ έχει δρομολογηθεί η έναρξή της και στην παιδιατρική κλινική «Μητέρα».
Πηγές
- European Society of Paediatric Radiology (ESPR). Pediatric Radiology 2024; 54: 606 — [03:50, 04:27, 05:15].
- Duran C, et al. Radiographics 2017 — [04:18, 05:57, 06:13, 06:24].
- Viteri B, et al. Pediatrics 2020; 145: 2 — [05:15].
- Expert Panel on Pediatric Imaging. Journal of the American College of Radiology (J Am Coll Radiol) 2018 — [10:35, 11:02].
- Cantas A, et al. Pediatric Nephrology 2016; 31: 8 — [11:06, 11:47].
- Hiorns M. Pediatric Nephrology 2011 — [11:48].
- Fatos A, et al. Pediatric Nephrology 2020 — [16:20, 16:53].
- Arena S. European Journal of Pediatrics (Eur J Pediatr) 2018 — [16:20, 16:53].
- Groen in 't Woud S, et al. European Urology Open Science (Eur Urol Open Sci) 2021 — [17:08].
- La Scola C, et al. Pediatric Nephrology 2022; 37: 2185 — [17:08, 17:55].
Ομιλητής
Βαρβάρα Ασκητή
MD, PhD, Παιδίατρος – Παιδονεφρολόγος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθύντρια Νεφρολογικού Τμήματος, ΓΝΑ Παίδων «Π. & Α. Κυριακού»
4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πρωτοβάθμιας Παιδιατρικής Φροντίδας, Πόρτο Χέλι · 12-15 Ιουνίου 2025
Το κείμενο αποδίδει σε γραπτό λόγο την ομιλία «Ασκητή Βαρβάρα – Παιδονεφρολόγος- Απεικονιστικές μέθοδοι του ουροποιητικού» (Βαρβάρα Ασκητή, 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πρωτοβάθμιας Παιδιατρικής Φροντίδας, Πόρτο Χέλι, 12-15 Ιουνίου 2025). Απόδοση με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης και επιμέλεια της Ένωσης. Ισχύει για την περίοδο της ομιλίας· για τις τρέχουσες οδηγίες συμβουλευτείτε τις πηγές. Πώς γράφουμε





