Κουλούρη Μ. – Παιδίατρος – Παιδοαλλεργιολόγος – Αγγειοοίδημα
Οδηγός για το αγγειοοίδημα στα παιδιά: διαφορική διάγνωση ισταμινεργικού και βραδυκινινεργικού οιδήματος, κλινικά σημεία και θεραπευτική προσέγγιση.
Το βίντεο φορτώνει από το YouTube μόλις πατήσετε αναπαραγωγή. Άνοιγμα στο YouTube (νέα καρτέλα)
Κεφάλαια της ομιλίας — το κλικ ξεκινά το βίντεο από εκεί
- 00:00 Εισαγωγή και παρουσίαση περιστατικού
- 02:55 Φαινότυποι, ενδότυποι και σύγχρονη ταξινόμηση
- 05:36 Ορισμός και ιστορική αναδρομή
- 06:54 Κλινική εικόνα, επιδημιολογία και θνητότητα του κληρονομικού αγγειοοιδήματος
- 09:58 Παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί: ισταμίνη vs βραδυκινίνη
- 12:32 Διαγνωστική προσέγγιση και αλγόριθμος διερεύνησης
- 14:15 Διαφορική διάγνωση και κλινικά «μαργαριτάρια»
- 23:50 Θεραπευτική προσέγγιση και διαχείριση
- 26:50 Βασικά μηνύματα και ολοκλήρωση περιστατικού
Περίληψη (Abstract)
Εισαγωγή: Το αγγειοοίδημα αποτελεί μία συχνή κλινική οντότητα στην καθημερινή παιδιατρική πράξη, η οποία τις περισσότερες φορές ταυτίζεται συνειρμικά με την οξεία κνίδωση και τις αλλεργικές αντιδράσεις. Εντούτοις, ένα σημαντικό ποσοστό περιπτώσεων αφορά μη ισταμινεργικές μορφές, με κυριότερο εκπρόσωπο το κληρονομικό αγγειοοίδημα, μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση που συχνά υποδιαγιγνώσκεται ή διαγιγνώσκεται με καθυστέρηση πολλών ετών.
Σκοπός: Η παρούσα εισήγηση παρουσιάζει τους φαινοτύπους και ενδοτύπους του αγγειοοιδήματος, αναλύει τη σύγχρονη ταξινόμηση και καθοδηγεί τον παιδίατρο στη διαφορική διάγνωση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση στα παιδιά.
Περιεχόμενο: Μέσα από ένα αντιπροσωπευτικό παιδιατρικό περιστατικό αναλύονται η ιστορική εξέλιξη, η επιδημιολογία και η παθοφυσιολογία του αγγειοοιδήματος. Παρουσιάζεται ο κεντρικός ρόλος του άξονα επαφής/καλλικρεΐνης και της βραδυκινίνης, καθώς και η γενετική βάση της νόσου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διαφορική διάγνωση μεταξύ ισταμινεργικού και βραδυκινινεργικού οιδήματος με βάση το ιστορικό (παρουσία κνησμού/πομφών, ταχύτητα εγκατάστασης, διάρκεια 2–5 ημερών, συσχέτιση με οιστρογόνα και τραύμα) και τα κλινικά ευρήματα (πρόδρομο οφιοειδές/περιθωριακό ερύθημα, επεισόδια ανεξήγητου κοιλιακού άλγους). Παρουσιάζεται ο εργαστηριακός αλγόριθμος ελέγχου (επίπεδα C4, αντιγόνο και λειτουργικότητα C1-INH με χρωμογονική μέθοδο), η απεικονιστική προσέγγιση με υπερηχογράφημα κοιλίας στην οξεία φάση, καθώς και οι μιμητές του αγγειοοιδήματος. Τέλος, αναλύονται οι θεραπευτικές επιλογές στις οξείες κρίσεις (ανταγωνιστές υποδοχέων βραδυκινίνης B2, συμπυκνώματα C1-INH), η βραχυπρόθεσμη και η μακροπρόθεσμη προφύλαξη, τονίζοντας τις αντενδείξεις και τις ιδιαιτερότητες του παιδιατρικού πληθυσμού.
Συμπεράσματα: Η αυξημένη κλινική υποψία του παιδιάτρου αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για την έγκαιρη αναγνώριση του κληρονομικού αγγειοοιδήματος, αποτρέποντας άσκοπες χειρουργικές επεμβάσεις και θανατηφόρα επεισόδια λαρυγγικής απόφραξης.
Λέξεις-κλειδιά: αγγειοοίδημα στα παιδιά, κληρονομικό αγγειοοίδημα, C1-INH, βραδυκινίνη, ισταμινεργικό αγγειοοίδημα, ικατιμπάντη, περιθωριακό ερύθημα, παιδοαλλεργιολογία
Κύρια σημεία
- Το αγγειοοίδημα διακρίνεται αιτιοπαθογενετικά σε ισταμινεργικό (μεσολαβούμενο από ισταμίνη/κνίδωση), λευκοτριενικό και βραδυκινινεργικό (κληρονομικό, επίκτητο, φαρμακευτικό).
- Η μέση καθυστέρηση στη διάγνωση του κληρονομικού αγγειοοιδήματος φτάνει τα 8,6 έως 14 έτη, με την έναρξη των συμπτωμάτων να τοποθετείται συνήθως στην παιδική ή εφηβική ηλικία.
- Η θνητότητα από μη αναγνωρισμένη λαρυγγική απόφραξη αγγίζει το 30% στους αδιάγνωστους ασθενείς, ενώ το 20% των ασθενών με εντερικό οίδημα υποβάλλονται σε άσκοπη λαπαροτομία.
- Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κληρονομικού αγγειοοιδήματος (μνημοτεχνικός κανόνας ΚΑΚΚΑΟ): Κληρονομικότητα, Αγγειοοίδημα, Κοιλιακό άλγος, Κνίδωση ΌΧΙ, Ανθεκτικότητα σε αντιισταμινικά/κορτικοειδή/αδρεναλίνη, Οιστρογόνα ως εκλυτικός παράγοντας.
- Πάνω από το 50% των παιδιών παρουσιάζουν ως πρόδρομο σύμπτωμα το περιθωριακό ερύθημα (erythema marginatum / serpiginous erythema), χωρίς συνοδό κνησμό.
- Η μέτρηση των επιπέδων C4 αποτελεί την αρχική δοκιμασία διαλογής (screening test), ενώ η επιβεβαίωση και τυποποίηση (Τύπος 1 vs Τύπος 2) απαιτεί μέτρηση αντιγόνου και λειτουργικότητας του C1-INH (κατά προτίμηση με χρωμογονική μέθοδο).
- Στις οξείες κρίσεις στα παιδιά χρησιμοποιούνται συμπυκνώματα C1-INH (π.χ. Berinert ενδοφλεβίως σε ηλικίες ≥5 ετών) και ο ανταγωνιστής των υποδοχέων βραδυκινίνης B2 ικατιμπάντη (Firazyr υποδορίως σε ηλικίες ≥2 ετών). Τα εξασθενημένα ανδρογόνα αντενδείκνυνται αυστηρά πριν από την εφηβεία.
Εισαγωγή και παρουσίαση περιστατικού Στο βίντεο από 00:00
Το αγγειοοίδημα αποτελεί μία κλινική εκδήλωση που απασχολεί συχνότατα τα παιδιατρικά ιατρεία και τα τμήματα επειγόντων περιστατικών. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, το οίδημα συνδέεται συνειρμικά με την κνίδωση, τις αλλεργικές αντιδράσεις ή την αναφυλαξία. Εντούτοις, υφίστανται μορφές αγγειοοιδήματος οι οποίες δεν είναι τόσο συχνές, είναι όμως εξαιρετικά κρίσιμες, καθώς ενέχουν υψηλότατη νοσηρότητα και θνητότητα αν παραμείνουν αδιάγνωστες. Η ευθύνη του παιδιάτρου στην έγκαιρη αναγνώριση αυτών των καταστάσεων είναι καθοριστική.
Παρουσίαση περιστατικού: Σοφία, 3 ετών
Η κλινική εικόνα αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στο ιστορικό της μικρής Σοφίας, ηλικίας 3 ετών:
- Ιστορικό οιδημάτων: Εμφάνιση οιδημάτων από 4μήνου (σταδιακή έναρξη από τη βρεφική ηλικία) που εντοπίζονται στο πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια.
- Εκλυτικοί παράγοντες: Μικροτραυματισμοί και λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος.
- Συχνότητα επεισοδίων: 1–2 φορές ανά έτος, με τάση επιδείνωσης χρόνο με τον χρόνο.
- Κοιλιακές εκδηλώσεις: Εμφάνιση διαλείποντος κοιλιακού άλγους από έτους, με συχνότητα περίπου μία φορά τον μήνα. Το άλγος κορυφώνεται μετά από 1 ημέρα και διαρκεί συνολικά 4 ημέρες.
- Οικογενειακό ιστορικό: Πλήρως αρνητικό για γνωστό κληρονομικό αγγειοοίδημα.
Φαινότυποι, ενδότυποι και σύγχρονη ταξινόμηση Στο βίντεο από 02:55
Το αγγειοοίδημα διακρίνεται σε διαφορετικούς ενδοτύπους με βάση τον υποκείμενο παθοφυσιολογικό μηχανισμό και τους υπεύθυνους μεσολαβητές:
1. Αγγειοοίδημα μεσολαβούμενο από ισταμίνη (Histamine-mediated)
- IgE-μεσολαβούμενο (αλλεργικό): Τροφική αλλεργία, φαρμακευτική αλλεργία, υπερευαισθησία σε δηλητήρια υμενοπτέρων, αλλεργία στο λάτεξ, αεροαλλεργιογόνα (κυρίως οφθαλμικό οίδημα).
- Μη-IgE μεσολαβούμενο: Ιδιοπαθές αγγειοοίδημα, χρόνια αυθόρμητη κνίδωση / αγγειοοίδημα, φυσικές κνιδώσεις / αγγειοοιδήματα (εκ ψύχους, πίεσης κ.λπ.), αναφυλαξία προκαλούμενη από άσκηση, φάρμακα που προκαλούν άμεση αποκοκκίωση των μαστοκυττάρων (π.χ. μορφίνη, οπιοειδή), σκιαγραφικά μέσα.
2. Αγγειοοίδημα μεσολαβούμενο από λευκοτριένια (Leukotriene-mediated)
- Προκαλούμενο από ασπιρίνη και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ / NSAIDs).
3. Αγγειοοίδημα μεσολαβούμενο από βραδυκινίνη (Bradykinin-mediated)
- Κληρονομικό αγγειοοίδημα (Hereditary Angioedema – HAE): Με ανεπάρκεια C1-INH ή με φυσιολογικό C1-INH.
- Επίκτητο αγγειοοίδημα (Acquired Angioedema – AAE): Συνδεόμενο συνήθως με λεμφοϋπερπλαστικά νοσήματα ή αυτοάνοσες παθήσεις (π.χ. συστηματικός ερυθηματώδης λύκος).
- Αγγειοοίδημα επηρεαζόμενο από φάρμακα: Κυρίως από αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (α-ΜΕΑ / ACE inhibitors).
Σύγχρονη ταξινόμηση υποτροπιαζόντων αγγειοοιδημάτων (οδηγίες WAO/EAACI 2024–2025)
Με βάση τις νεότερες κατευθυντήριες οδηγίες (δημοσιεύσεις Giavina-Bianchi et al., Reshef et al. – ταξινόμηση DANCE), τα αγγειοοιδήματα ταξινομούνται σε:
- Μαστοκυτταρικής αρχής (Mast cell mediator-induced – AE-MC): Περιλαμβάνει IgE και μη-IgE μηχανισμούς, με ή χωρίς κνίδωση.
- Βραδυκινινεργικής αρχής (Bradykinin-mediated – AE-BK):
- Κληρονομικό με ανεπάρκεια C1-INH (HAE-C1INH, Τύπος 1 και 2, μεταλλάξεις στο γονίδιο SERPING1).
- Κληρονομικό με φυσιολογικό C1-INH (HAE-nlC1INH), όπου έχουν ταυτοποιηθεί μεταλλάξεις στα γονίδια: F12 (Παράγοντας XII), PLG (πλασμινογόνο), ANGPT1 (αγγειοποιητίνη-1), KNG1 (κινινογόνο-1), MYOF (μυοφερλίνη), HS3ST6, CPN1 (καρβοξυπεπτιδάση N), καθώς και άγνωστα μέχρι στιγμής γονίδια.
- Επίκτητη ανεπάρκεια C1-INH (AAE-C1INH).
- Επαγόμενο από αναστολείς ΜΕΑ ή άλλους παράγοντες (αναστολείς διαπεπτιδυλικής πεπτιδάσης-4, νεπεριλυσίνης, tPA).
- Ενδοθηλιακής διαπερατότητας / VEGF-επαγόμενο (VEGF-mediated – AE-VE): Σπάνιες κληρονομικές μορφές αυξημένης ενδοθηλιακής διαπερατότητας.
- Άγνωστου / Ιδιοπαθούς μηχανισμού (AE-UNK).
Ορισμός και ιστορική αναδρομή Στο βίντεο από 05:36
Ορισμός
Αγγειοοίδημα ορίζεται η κλινική κατάσταση κατά την οποία παρατηρείται διαλείπον, αυτοπεριοριζόμενο, μη ζυμώδες (χωρίς εντύπωμα) οίδημα του υποδορίου και του υποβλεννογονίου ιστού, το οποίο οφείλεται σε παροδική αύξηση της αγγειακής διαπερατότητας κατόπιν απελευθέρωσης αγγειοδραστικών ουσιών.
Ιστορικοί σταθμοί στη μελέτη του αγγειοοιδήματος
Η κατανόηση της νόσου εξελίχθηκε μέσα από κομβικές επιστημονικές ανακαλύψεις:
- 1882 (Heinrich Irenaeus Quincke): Πρώτη επίσημη κλινική περιγραφή και εισαγωγή του όρου «αγγειονευρωτικό οίδημα».
- 1888 (Sir William Osler): Τεκμηρίωση της κληρονομικής φύσης της νόσου. Σε γενεαλογικό δέντρο οικογένειας διαπίστωσε ότι από τα 10 παιδιά μιας γενιάς, τα 8 είχαν προσβληθεί, ενώ καταγράφηκαν πολυάριθμοι αιφνίδιοι θάνατοι από ασφυξία.
- 1949 (Mauricio Rocha e Silva): Ανακάλυψη της βραδυκινίνης από το δηλητήριο του φιδιού Bothrops jararaca.
- 1962–1963 (Lepow, Donaldson, Landerman): Ανακάλυψη της βιοχημικής ανεπάρκειας του αναστολέα της C1 εστεράσης (C1-INH) και της εμπλοκής του συστήματος καλλικρεΐνης.
- 1983 (Allen P. Kaplan): Ταυτοποίηση της βραδυκινίνης ως του βασικού μεσολαβητή στο κληρονομικό αγγειοοίδημα.
- 1999 (Nussberger, Cugno, Cicardi, Agostoni): Άμεση μέτρηση αυξημένων επιπέδων βραδυκινίνης στο πλάσμα ασθενών κατά τη διάρκεια των κρίσεων.
- 2000–2006 (Konrad Bork): Περιγραφή των μορφών κληρονομικού αγγειοοιδήματος με φυσιολογικά επίπεδα και λειτουργικότητα C1-INH (μεταλλάξεις στον Παράγοντα XII).
Κλινική εικόνα, επιδημιολογία και θνητότητα του κληρονομικού αγγειοοιδήματος Στο βίντεο από 06:54
Το κληρονομικό αγγειοοίδημα (ΚΑΟ) είναι μια σπάνια γενετική νόσος που κληρονομείται κατά τον αυτοσωματικό επικρατούντα χαρακτήρα. Προσβάλλει τρία κύρια συστήματα:
- Υποδόριους ιστούς: Πρόσωπο (χείλη, βλέφαρα), άκρα (χέρια, πόδια), γεννητικά όργανα.
- Ανώτερο αναπνευστικό σύστημα: Λάρυγγας, γλώσσα, σταφυλή, φάρυγγας (δυνητικά θανατηφόρος επιπλοκή).
- Πεπτικό σύστημα: Τοίχωμα στομάχου και εντέρου, προκαλώντας έντονες κρίσεις υποτροπιάζοντος κοιλιακού άλγους.
Εκλυτικοί παράγοντες κρίσεων (Triggers)
Οι κρίσεις μπορεί να επισυμβούν αυτόματα, αλλά συχνά πυροδοτούνται από:
- Μηχανικούς τραυματισμούς (ακόμη και ήπιους).
- Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού.
- Οδοντιατρικές επεμβάσεις και χειρισμούς της στοματικής κοιλότητας.
- Επεμβάσεις και ενδοσκοπήσεις στην περιοχή του ανώτερου αναπνευστικού (ΩΡΛ χειρισμοί, λαρυγγοσκόπηση).
- Έμμηνη ρύση στα κορίτσια και επίδραση ενδογενών ή εξωγενών οιστρογόνων.
- Ψυχολογικό και συναισθηματικό στρες.
- Έντονη κόπωση.
- Φαρμακευτικούς παράγοντες (οιστρογονούχα αντισυλληπτικά, αναστολείς ΜΕΑ).
Επιδημιολογικά δεδομένα
- Επιπολασμός: Κυμαίνεται από 1:50.000 έως 1:100.000 στον γενικό πληθυσμό.
- Φυλετική/εθνοτική κατανομή: Προσβάλλει ισότιμα όλα τα έθνη, τις φυλές και τα δύο φύλα.
- De novo μεταλλάξεις: Περίπου στο 25% των περιπτώσεων δεν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό, καθώς η νόσος οφείλεται σε νέα αυτόματη μετάλλαξη.
- Καθυστέρηση διάγνωσης: Υπολογίζεται κατά μέσο όρο στα 8,6 έτη, ενώ σε πολλές σειρές ασθενών φτάνει τα 13,7 έως 14 έτη.
Θνητότητα και κλινική βαρύτητα
- Λαρυγγικό οίδημα: Η θνητότητα από ασφυξία ανέρχεται στο 30% σε ασθενείς που παραμένουν αδιάγνωστοι.
- Εντερικό οίδημα: Περίπου το 20% των ασθενών με οίδημα εντερικού τοιχώματος υποβάλλονται σε άσκοπη επείγουσα χειρουργική επέμβαση (λαπαροτομία/σκωληκοειδεκτομή) λόγω εικόνας οξείας κοιλίας.
| Μελέτη / Σειρά ασθενών | Αριθμός ασθενών (οικογενειών) | Ηλικία έναρξης συμπτωμάτων (έτη) | Ποσοστό έναρξης <20 ετών | Καθυστέρηση διάγνωσης (έτη) | Χωρίς οικογενειακό ιστορικό | Υποδόρια οιδήματα | Κοιλιακές κρίσεις | Λαρυγγικές κρίσεις | Τραχειοστομία ή διασωλήνωση | Χειρουργική επέμβαση κοιλίας |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Agostoni & Cicardi (1992) | 226 (80) | 11,2 | 85% | Δεν αναφέρεται | 8,0% | 91% | 73% | 48% | 9,3% | 23,5% |
| Bork et al. (2006) | 221 (108) | 11,2 | 84,2% | Δεν αναφέρεται | 9,5% | 100% | 97% | 54% | Δεν αναφέρεται | Δεν αναφέρεται |
| Giavina-Bianchi et al. (2022) | 98 | 12,7 | Δεν αναφέρεται | 13,7 | 24,7% | 97,5% | 87,6% | 46,9% | 21,3% | 26,9% |
| Christiansen et al. (2023) | 485 | 12,0 | Δεν αναφέρεται | 5,0 | 24,0% | Συχνά | Συχνά | Σπάνια | 16% | 16% |
Αξιοσημείωτο είναι το εύρημα πρόσφατης μελέτης σε εφήβους (Tachdjian et al., 2025, μελέτη EMPOWER/ENABLE), σύμφωνα με την οποία το 63,6% των ασθενών δεν αναζήτησε ιατρική φροντίδα μετά την πρώτη κρίση, το 20,5% προσήλθε σε Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, το 11,4% σε ιατρείο, ενώ ένα ποσοστό 3,8% επισκέφθηκε διαδοχικά και τις δύο δομές, γεγονός που καταδεικνύει τη σημαντική υποτίμηση των πρώιμων συμπτωμάτων.
Παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί: ισταμίνη vs βραδυκινίνη Στο βίντεο από 09:58
Κοινός παρονομαστής όλων των μορφών αγγειοοιδήματος είναι η αύξηση της αγγειακής διαπερατότητας στο επίπεδο των μετατριχοειδικών φλεβιδίων. Ο ενδιάμεσος μοριακός μηχανισμός ωστόσο διαφέρει ριζικά:
1. Οδός μαστοκυττάρου – ισταμίνης
Το μαστοκύτταρο διαθέτει στην επιφάνειά του πληθώρα υποδοχέων:
- FcεRI (υψηλής συγγένειας υποδοχέας για την IgE).
- Υποδοχείς κλασμάτων συμπληρώματος (C3a, C5a).
- Υποδοχείς οπιοειδών, κυτταροκινών, ανοσοσφαιρινών, Toll-like υποδοχείς (TLR).
- Ειδικούς υποδοχείς φαρμάκων (π.χ. MRGPRX2).
Η ενεργοποίηση αυτών των υποδοχέων προκαλεί ταχεία αποκοκκίωση του μαστοκυττάρου και έκλυση προδιαμορφωμένων μεσολαβητών, κυρίως ισταμίνης. Η ισταμίνη προσδένεται στους υποδοχείς H1 (H1r) των ενδοθηλιακών κυττάρων, προκαλώντας αγγειοδιαστολή, κνησμό και σχηματισμό πομφών (κνίδωση) παράλληλα με το οίδημα.
2. Οδός συστήματος επαφής – καλλικρεΐνης – βραδυκινίνης
Στο κληρονομικό αγγειοοίδημα, η βιολογική βλάβη εντοπίζεται στην ανεξέλεγκτη παραγωγή βραδυκινίνης:
- Ένας εκλυτικός παράγοντας (μηχανικό τραύμα, λοίμωξη) προκαλεί ενεργοποίηση του Παράγοντα XII (FXII) σε ενεργοποιημένο παράγοντα XIIa (FXIIa).
- Ο FXIIa μετατρέπει την προκαλλικρεΐνη του πλάσματος σε καλλικρεΐνη.
- Η καλλικρεΐνη διασπά το κινινογόνο υψηλού μοριακού βάρους (High Molecular Weight Kininogen – HMWK), απελευθερώνοντας το εννεαπεπτίδιο βραδυκινίνη.
- Η βραδυκινίνη προσδένεται στους ιδιοδεκτικούς υποδοχείς βραδυκινίνης τύπου 2 (B2r / B2R) στην επιφάνεια των αγγειακών ενδοθηλιακών κυττάρων.
- Η σύνδεση αυτή ενεργοποιεί ενδοκυττάριους καταρράκτες που οδηγούν σε:
- Διάσπαση της αγγειοενδοθηλιακής καντερίνης (VE-cadherin).
- Αύξηση της παραγωγής μονοξειδίου του αζώτου (NO) και προστακυκλίνης.
- Φωσφορυλίωση και σύσπαση των νηματίων ακτίνης του ενδοθηλιακού κυτταροσκελετού.
- Διεύρυνση των μεσοκυττάριων πόρων και αποκόλληση των ενδοθηλιακών συνδέσεων.
- Επακολουθεί μαζική εξαγγείωση υγρού στον διάμεσο ιστό. Το οίδημα αυτό δεν περιέχει φλεγμονώδη κύτταρα και απορροφάται βραδέως, αποκλειστικά μέσω των λεμφαγγείων, γι' αυτό και διαρκεί από 2 έως 5 ημέρες.
Ο ρόλος του αναστολέα C1 (C1-INH)
Ο C1-INH είναι μια γλυκοπρωτεΐνη του πλάσματος που ανήκει στην υπεροικογένεια των σερπινών (αναστολείς πρωτεασών σερίνης – SERPIN) και κωδικοποιείται από το γονίδιο SERPING1 στο χρωμόσωμα 11. Δρα ως ο κύριος φυσιολογικός ρυθμιστής πολλαπλών πρωτεολυτικών συστημάτων:
- Σύστημα συμπληρώματος: Αναστέλλει τις πρωτεάσες C1r, C1s και MASP της κλασικής και της λεκτινικής οδού.
- Σύστημα επαφής / κινινών: Αναστέλλει άμεσα την καλλικρεΐνη και τον FXIIa, εμποδίζοντας τη σύνθεση βραδυκινίνης.
- Ενδογενής οδός πήξης: Αναστέλλει τον FXIa.
- Ινωδολυτικό σύστημα: Αναστέλλει την πλασμίνη και τον ενεργοποιητή του πλασμινογόνου.
Σε ανεπάρκεια ή δυσλειτουργία του C1-INH, ο κατασταλτικός έλεγχος χάνεται, με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη παραγωγή καλλικρεΐνης και την υπερέκκριση βραδυκινίνης.
Διαγνωστική προσέγγιση και αλγόριθμος διερεύνησης Στο βίντεο από 12:32
Η άμεση διάγνωση του επεισοδίου αγγειοοιδήματος είναι πρωτίστως κλινική. Η εργαστηριακή και γενετική διερεύνηση ακολουθεί για την ταυτοποίηση του υποκείμενου ενδοτύπου.
Διαγνωστικός αλγόριθμος (κατευθυντήριες οδηγίες WAO/EAACI 2025)
- Αρχική υποψία: Ασθενής με υποτροπιάζοντα επεισόδια αγγειοοιδήματος, θετικό ή μη οικογενειακό ιστορικό, ή επεισόδια ανεξήγητου κοιλιακού άλγους.
- Δοκιμασία διαλογής (Screening test): Μέτρηση επιπέδων C4 του συμπληρώματος.
- Εάν το C4 είναι χαμηλό: Προχωράμε άμεσα σε δοκιμασία μέτρησης της λειτουργικότητας του C1-INH (C1-INH functional assay).
- Εάν το C4 είναι φυσιολογικό, αλλά η κλινική υποψία παραμένει ισχυρή: Επαναλαμβάνεται ο έλεγχος κατά τη διάρκεια οξείας κρίσης.
- Εκτίμηση λειτουργικότητας C1-INH:
- Μειωμένη λειτουργικότητα (<50%): Επιβεβαιώνει τη διάγνωση κληρονομικού αγγειοοιδήματος λόγω ανεπάρκειας C1-INH (HAE-C1INH). Ακολουθεί μέτρηση της αντιγονικής στάθμης του C1-INH:
- Μειωμένο αντιγόνο C1-INH: Κληρονομικό αγγειοοίδημα Τύπου 1 (85% των περιπτώσεων).
- Φυσιολογικό ή αυξημένο αντιγόνο C1-INH: Κληρονομικό αγγειοοίδημα Τύπου 2 (15% των περιπτώσεων – παράγεται μη λειτουργική πρωτεΐνη).
- Διενεργείται γενετικός έλεγχος για μεταλλάξεις στο γονίδιο SERPING1 και γενετική συμβουλευτική.
- Φυσιολογική λειτουργικότητα C1-INH: Αποκλείει την κλασική ανεπάρκεια C1-INH. Διερευνώνται άλλες οντότητες:
- Γονιδιακός έλεγχος για μεταλλάξεις HAE με φυσιολογικό C1-INH (F12, PLG, ANGPT1, KNG1, MYOF, HS3ST6).
- Διερεύνηση για αγγειοοίδημα μαστοκυτταρικής αρχής (ισταμινεργικό).
Εργαστηριακά χαρακτηριστικά βραδυκινινεργικού αγγειοοιδήματος
| Ενδότυπος αγγειοοιδήματος | Αντιγονικά επίπεδα C1-INH | Λειτουργικότητα C1-INH | Επίπεδα C4 | Επίπεδα C1q | Αυτοαντισώματα anti-C1-INH | Γενετικός έλεγχος |
|---|---|---|---|---|---|---|
| HAE Τύπος 1 | Χαμηλά (<50%) | Χαμηλή (<50%) | Χαμηλά (>95% των περιπτώσεων) | Φυσιολογικά | Απουσιάζουν | Μετάλλαξη SERPING1 |
| HAE Τύπος 2 | Φυσιολογικά ή αυξημένα | Χαμηλή (<50%) | Χαμηλά (>95% των περιπτώσεων) | Φυσιολογικά | Απουσιάζουν | Μετάλλαξη SERPING1 |
| HAE-nlC1INH | Φυσιολογικά | Φυσιολογική | Φυσιολογικά | Φυσιολογικά | Απουσιάζουν | Μεταλλάξεις σε FXII, PLG, ANGPT1, KNG1, MYOF, HS3ST6, CPN1 ή άγνωστα |
| Επίκτητο (AAE-C1INH) | Χαμηλά | Χαμηλή | Χαμηλά | Χαμηλά (στο 75% των περιπτώσεων) | Παρόντα (στο 70% των περιπτώσεων) | Καμία μετάλλαξη |
| Επαγόμενο από αναστολείς ΜΕΑ | Φυσιολογικά | Φυσιολογική | Φυσιολογικά | Φυσιολογικά | Απουσιάζουν | Καμία μετάλλαξη |
Εργαστηριακές μέθοδοι λειτουργικότητας C1-INH
- ELISA (μέθοδος Quidel): Ανιχνεύει τη σύνδεση του C1-INH με το ενεργοποιημένο σύμπλοκο C1s. Χρησιμοποιείται κυρίως στις ΗΠΑ. Μειονεκτεί διότι δεν μετρά άμεσα τη λειτουργικότητα σε φυσιολογικές συνθήκες και απαιτεί στάδιο προεπώασης.
- Χρωμογονική μέθοδος (Chromogenic assay): Χρησιμοποιεί ειδικό συνθετικό υπόστρωμα που διασπάται από τη C1s εστεράση παράγοντας χρώμα. Αποτελεί τη μέθοδο επιλογής στην Ευρώπη και την Ελλάδα, εμφανίζοντας σαφέστερο διαχωρισμό παθολογικών και φυσιολογικών τιμών:
- Χαμηλή λειτουργικότητα: <74%.
- Φυσιολογική λειτουργικότητα: 74%–147%.
- Προσοχή: Η μέθοδος παρουσιάζει υψηλή ευαισθησία στις συνθήκες συντήρησης και μεταφοράς του δείγματος (απαιτείται άμεση ψύξη/κατάψυξη για την αποφυγή ψευδώς χαμηλών τιμών).
Απεικονιστικός έλεγχος στην οξεία φάση
Το υπερηχογράφημα κοιλίας αποτελεί πολύτιμο εργαλείο κατά την κρίση κοιλιακού άλγους. Αποκαλύπτει:
- Εξέχουσες υπόηχες πτυχώσεις στην επιμήκη διατομή του εντέρου.
- Σημαντική πάχυνση του εντερικού τοιχώματος και στένωση του εντερικού αυλού στην εγκάρσια διατομή.
- Παρουσία ελεύθερου υγρού στην περιτοναϊκή κοιλότητα (παροδικός ασκίτης).
Σε αμφίβολες περιπτώσεις, μπορεί να διενεργηθεί αξονική τομογραφία κοιλίας για τον αποκλεισμό χειρουργικής αιτίας.
Διαφορική διάγνωση και κλινικά «μαργαριτάρια» Στο βίντεο από 14:15
Για την απομνημόνευση των κύριων χαρακτηριστικών του κληρονομικού αγγειοοιδήματος προτείνονται δύο μνημοτεχνικοί κανόνες:
- HAAAEE (ή H4AE): Hereditary (Κληρονομικό), Angioedema (Υποτροπιάζον αγγειοοίδημα), Abdominal pain (Υποτροπιάζον κοιλιακό άλγος), Absence of urticaria (Απουσία κνίδωσης), Absence of response to antihistamines (Απουσία ανταπόκρισης στα αντιισταμινικά), Estrogen association (Συσχέτιση με οιστρογόνα).
- ΚΑΚΚΑΟ: Κληρονομικότητα, Αγγειοοίδημα, Κοιλιά (άλγος), Κνίδωση ΌΧΙ, Ανθεκτικό σε αντιισταμινικά/κορτικοειδή, Οιστρογόνα.
Κλινική διαφοροποίηση: βραδυκινίνη vs μαστοκύτταρο
| Χαρακτηριστικό | Οίδημα μεσολαβούμενο από βραδυκινίνη (HAE) | Οίδημα σχετιζόμενο με μαστοκύτταρο (ισταμινεργικό) |
|---|---|---|
| Πρόδρομα συμπτώματα | Περιθωριακό/οφιοειδές ερύθημα (erythema marginatum) | Κνησμός, αίσθημα καύσου |
| Τύπος έναρξης | Σταδιακή εξέλιξη εντός ωρών (κορύφωση σε 12–24 ώρες) | Αιφνίδια έναρξη (εντός λεπτών έως λίγων ωρών) |
| Συνοδός κνίδωση (πομφοί) | Απούσα (απαγορευτικό σημείο για ΚΑΟ) | Πολύ συχνή (σχεδόν καθολική) |
| Κοιλιακή εντόπιση | Υποτροπιάζοντα επεισόδια έντονου άλγους (εικόνα οξείας κοιλίας) | Σπάνια έντονη (ήπια διάρροια/άλγος στο πλαίσιο αναφυλαξίας) |
| Διάρκεια επεισοδίου | 2 έως 5 ημέρες (αργή υποχώρηση) | 12 έως 24 (σπάνια έως 48) ώρες |
| Ανταπόκριση στη θεραπεία | Πλήρης ανθεκτικότητα σε αντιισταμινικά, κορτικοειδή και επινεφρίνη | Ταχεία ανταπόκριση σε αντιισταμινικά, κορτικοειδή και επινεφρίνη |
| Οικογενειακό ιστορικό | Θετικό στο 75% των περιπτώσεων | Συνήθως οικογενειακό ιστορικό ατοπίας, όχι αγγειοοιδήματος |
| Συσχέτιση με τροφές | Δεν υπάρχει καμία συσχέτιση | Συχνή συσχέτιση (τροφική αλλεργία) |
Κρίσιμα σημεία στην παιδιατρική πράξη
- Περιθωριακό ερύθημα (Erythema marginatum): Εμφανίζεται σε ποσοστό >50% των παιδιών πριν από την εκδήλωση του οιδήματος. Πρόκειται για ερύθημα με οφιοειδείς, ελικοειδείς παρυφές, που δεν εξέχει, δεν έχει πομφούς και δεν συνοδεύεται από κνησμό. Συχνά εκλαμβάνεται λανθασμένα ως ιογενές εξάνθημα.
- Προειδοποιητικά σημεία απόφραξης αεραγωγού: Αλλαγή στη χροιά της φωνής, βραχνάδα, δυσκατάποση, εισπνευστικός συριγμός. Απαιτούν άμεση ετοιμότητα για διασωλήνωση. Προσοχή: οι χειρισμοί άμεσης λαρυγγοσκόπησης μπορεί να επιδεινώσουν ραγδαία το οίδημα λόγω μηχανικού ερεθισμού.
- Έλεγχος στα βρέφη: Σε βρέφη ηλικίας <1 έτους, η φυσιολογική ανωριμότητα του συστήματος του συμπληρώματος μπορεί να δώσει ψευδώς χαμηλά επίπεδα C4 και C1-INH. Επί παθολογικών τιμών, ο έλεγχος πρέπει υποχρεωτικά να επαναλαμβάνεται μετά τη συμπλήρωση του πρώτου έτους ζωής.
- Έλεγχος οικογένειας: Επί επιβεβαίωσης της διάγνωσης σε ένα παιδί, επιβάλλεται ο εργαστηριακός έλεγχος όλων των μελών της οικογένειας πρώτου βαθμού, ακόμη και αν είναι ασυμπτωματικά.
Μιμητές του αγγειοοιδήματος
Πριν τεθεί η διάγνωση, πρέπει να αποκλείονται καταστάσεις που προσομοιάζουν κλινικά με αγγειοοίδημα:
- Σύνδρομο Melkersson-Rosenthal (υποτροπιάζον οίδημα χειλέων, πτυχωτή/οσχεοειδής γλώσσα, περιφερική πάρεση προσωπικού νεύρου).
- Δερματίτιδα εξ επαφής από νικέλιο (πολύ συχνή εκδήλωση οιδήματος χειλέων σε παιδιά που φορούν ορθοδοντικούς μηχανισμούς/σιδεράκια).
- Υποθυρεοειδισμός (μυξοίδημα).
- Σύνδρομο άνω κοίλης φλέβας.
- Κυτταρίτιδα και περιβλεφαρική λοίμωξη.
- Αυτοάνοσα νοσήματα (ΣΕΛ, δερματομυοσίτιδα, σύνδρομο Sjögren).
- Σύνδρομο DRESS (φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα).
- Νόσος Morbihan (χρόνιο ερυθηματώδες οίδημα μέσου προσώπου).
- Σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών (σύνδρομο Clarkson).
- Ηωσινοφιλικά σύνδρομα (σύνδρομο Gleich).
- Νεφρωσικό σύνδρομο (οίδημα με εντύπωμα).
Θεραπευτική προσέγγιση και διαχείριση Στο βίντεο από 23:50
Ο θεραπευτικός αλγόριθμος διαφοροποιείται ανάλογα με τον τύπο του αγγειοοιδήματος και τη φάση της νόσου.
Αλγόριθμος αντιμετώπισης οξέος αγγειοοιδήματος
- Εκτίμηση ζωτικών σημείων και αεραγωγού: Έλεγχος για αναπνευστική δυσχέρεια, εισπνευστικό συριγμό, κυκλοφορική καταπληξία. Επί κινδύνου απόφραξης: άμεση διασφάλιση αεραγωγού από εξειδικευμένο προσωπικό.
- Διαφοροποίηση αληθούς αγγειοοιδήματος από ψευδοαγγειοοίδημα / μιμητές.
- Έλεγχος για συνοδό κνίδωση:
- Κνίδωση παρούσα: Ισταμινεργικό αγγειοοίδημα. Χορήγηση ενδομυϊκής αδρεναλίνης (επινεφρίνης) 0,01 mg/kg επί αναφυλαξίας, αντιισταμινικών 2ης γενιάς και συστηματικών κορτικοειδών.
- Κνίδωση απούσα:
- Εάν υπάρχει υποψία ισταμινεργικού ιδιοπαθούς αγγειοοιδήματος: διακοπή ύποπτων φαρμάκων για 2–4 εβδομάδες. Έναρξη αντιισταμινικών 2ης γενιάς σε αυξημένη δόση (έως και τετραπλασιασμό της συμβατικής δόσης). Επί μη ύφεσης: προσθήκη H2-ανταγωνιστών ή αντιλευκοτριενίων, βραχυχρόνια κορτικοειδή από του στόματος, ή ομαλιζουμάμπη (omalizumab).
- Εάν δεν υπάρχει ανταπόκριση στα παραπάνω μέτρα ή υπάρχει γνωστό ιστορικό ΚΑΟ: πρόκειται για βραδυκινινεργικό αγγειοοίδημα. Εφαρμογή ειδικής θεραπείας ΚΑΟ.
Ειδική θεραπεία κληρονομικού αγγειοοιδήματος
1. Αντιμετώπιση οξείας κρίσης (On-demand treatment)
Στόχος είναι η άμεση αναστολή της δράσης ή της παραγωγής της βραδυκινίνης. Τα κορτικοειδή, τα αντιισταμινικά και η αδρεναλίνη δεν έχουν καμία θέση και δεν αναστρέφουν την κρίση:
- Ικατιμπάντη (Icatibant – Firazyr): Εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων βραδυκινίνης B2. Χορηγείται υποδορίως (s.c.). Έχει ένδειξη σε παιδιά ηλικίας ≥2 ετών σε δόση 0,4 mg/kg (μέγιστη δόση 30 mg εφάπαξ).
- Ανθρώπινο συμπύκνωμα C1-INH πλάσματος (pdC1-INH):
- Berinert: Εγκεκριμένο για ενδοφλέβια (i.v.) χορήγηση σε παιδιά ηλικίας ≥5 ετών (και νεότερα υπό προϋποθέσεις) σε δόση 20 IU/kg.
- Cinryze: Ενδοφλεβίως σε παιδιά ≥5 ετών (1.000 IU).
- Ανασυνδυασμένος αναστολέας C1 (rhC1-INH – Ruconest / Conestat alfa): Παράγεται με τεχνολογία ανασυνδυασμένου DNA στο γάλα διαγονιδιακών κουνελιών. Έχει έγκριση για εφήβους ≥13 ετών σε δόση 50 IU/kg i.v. Αντενδείκνυται αυστηρά σε άτομα με γνωστή αλλεργία στο κουνέλι (κίνδυνος σοβαρής αναφυλαξίας).
- Φρέσκο κατεψυγμένο πλάσμα (FFP): Περιέχει C1-INH. Χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως θεραπεία ανάγκης επί πλήρους έλλειψης των ειδικών παραγόντων, με επιφύλαξη, καθώς περιέχει και υπόστρωμα (κινινογόνο) που θεωρητικά μπορεί παροδικά να επιδεινώσει την κρίση.
- Εκαλλαντίδη (Ecallantide – Kalbitor): Αναστολέας της καλλικρεΐνης (30 mg s.c. σε άτομα ≥12 ετών). Ενέχει κίνδυνο αναφυλαξίας (διαθέσιμο κυρίως στις ΗΠΑ).
2. Βραχυχρόνια προφύλαξη (Short-term prophylaxis)
Ενδείκνυται πριν από ιατρικές πράξεις υψηλού κινδύνου (οδοντιατρικές επεμβάσεις, διασωλήνωση, ενδοσκοπήσεις ανώτερου αναπνευστικού/πεπτικού, μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις):
- Χορήγηση συμπυκνώματος C1-INH (1.000 IU i.v.) 1–6 ώρες πριν την επέμβαση.
- Εναλλακτικά (σε ενήλικες/μεγαλύτερους εφήβους): ανδρογόνα προ της επέμβασης.
3. Μακροχρόνια προφύλαξη (Long-term prophylaxis)
Αποσκοπεί στη μείωση της συχνότητας και της βαρύτητας των υποτροπών:
- Πρώτης γραμμής παράγοντες:
- Συμπύκνωμα C1-INH πλάσματος: Cinryze (i.v.) ή Haegarda (s.c. δύο φορές την εβδομάδα).
- Λαναδελουμάμπη (Lanadelumab – Takhzyro): Μονοκλωνικό αντίσωμα έναντι της ενεργοποιημένης καλλικρεΐνης του πλάσματος. Χορηγείται υποδορίως κάθε 2 έως 4 εβδομάδες σε ασθενείς ηλικίας ≥2 ετών.
- Μπεροτραλστάτη (Berotralstat – Orladeyo): Από του στόματος αναστολέας της καλλικρεΐνης (150 mg άπαξ ημερησίως) σε ασθενείς ηλικίας ≥12 ετών.
- Δεύτερης γραμμής παράγοντες:
- Τρανεξαμικό οξύ (Tranexamic acid – Transamin): Αντιινωδολυτικός παράγοντας από του στόματος. Χρησιμοποιείται συχνότερα στα παιδιά λόγω ασφάλειας, αν και υπολείπεται σε αποτελεσματικότητα.
- Εξασθενημένα ανδρογόνα (Δαναζόλη / Danazol, Οξανδρολόνη / Oxandrolone): Αντενδείκνυνται απόλυτα στα παιδιά πριν από την ολοκλήρωση της ήβης (κίνδυνος πρώιμης σύγκλεισης των επιφύσεων και αναστολής της τελικής ανάπτυξης, αρρενοποίησης και ηπατοτοξικότητας).
- Προειδοποίηση: Στα παιδιά ηλικίας <6 ετών δεν συνιστάται γενικά μακροχρόνια προφύλαξη, εκτός εξαιρετικά σπάνιων, σοβαρών εξαιρέσεων.
Βασικά μηνύματα και ολοκλήρωση περιστατικού Στο βίντεο από 26:50
Βασικά σημεία καθοδήγησης του παιδιατρικού ασθενούς
- Επείγον σχέδιο δράσης: Κάθε παιδί με διάγνωση ΚΑΟ πρέπει να διαθέτει γραπτό σχέδιο αντιμετώπισης κρίσης και άμεση πρόσβαση σε τουλάχιστον δύο θεραπευτικές δόσεις κατ' οίκον (ικατιμπάντη ή Berinert).
- Αποφυγή οιστρογόνων: Πλήρης αποφυγή οιστρογονούχων αντισυλληπτικών στις έφηβες ασθενείς (επιτρέπονται μόνο σκευάσματα προγεστερόνης).
- Εκπαίδευση περιβάλλοντος: Ενημέρωση των εκπαιδευτικών, των προπονητών και των φροντιστών του παιδιού σχετικά με τα προειδοποιητικά σημεία και τη φύση της νόσου.
- Ψυχολογική υποστήριξη: Διαρκής υποστήριξη του παιδιού και της οικογένειας και διασύνδεση με συλλόγους ασθενών (π.χ. Ελληνικός Σύλλογος Ασθενών με Κληρονομικό Αγγειοοίδημα).
- Παραπομπή: Ο ασθενής πρέπει να παραπέμπεται και να παρακολουθείται τακτικά σε ειδικό κέντρο αναφοράς ή από εξειδικευμένο παιδοαλλεργιολόγο/ανοσολόγο.
Έκβαση περιστατικού (Σοφία)
Τα εργαστηριακά αποτελέσματα της 3χρονης Σοφίας επιβεβαίωσαν τη διάγνωση:
- C4: 8 mg/dl (φυσιολογικές τιμές: 9–36 mg/dl) — ελαττωμένο.
- C1-INH (αντιγόνο): 12 mg/dl (φυσιολογικές τιμές: 21–39 mg/dl) — ελαττωμένο.
- Λειτουργικότητα C1-INH (ELISA): 47% (παθολογικό <41%, οριακό 42%–67%).
- Λειτουργικότητα C1-INH (Χρωμογονική μέθοδος): 30% (φυσιολογικές τιμές: 74%–147%) — σημαντικά ελαττωμένη.
Τα ευρήματα αυτά (χαμηλό C4, χαμηλή ποσότητα και χαμηλή λειτουργικότητα C1-INH) τεκμηρίωσαν τη διάγνωση του Κληρονομικού Αγγειοοιδήματος Τύπου 1. Το παιδί τέθηκε σε εξειδικευμένη παρακολούθηση με χορήγηση πλάνου δράσης και συνταγογράφηση θεραπείας διάσωσης.
Συμπεράσματα για την κλινική πράξη
- Σκεφτείτε το κληρονομικό αγγειοοίδημα σε κάθε παιδί με υποτροπιάζοντα οιδήματα προσώπου, άκρων ή γεννητικών οργάνων χωρίς κνησμό και χωρίς πομφούς.
- Αναζητήστε ιστορικό υποτροπιαζόντων, ανεξήγητων επεισοδίων κοιλιακού άλγους. Η παρουσία παροδικού ασκίτη και πάχυνσης του εντερικού τοιχώματος στον υπέρηχο κοιλίας συνηγορεί υπέρ εντερικού αγγειοοιδήματος.
- Το περιθωριακό ερύθημα (erythema marginatum) αποτελεί χαρακτηριστικό πρόδρομο σύμπτωμα στο >50% των παιδιατρικών ασθενών και δεν πρέπει να συγχέεται με κοινά ιογενή εξανθήματα.
- Το αγγειοοίδημα από βραδυκινίνη είναι πλήρως ανθεκτικό στην κλασική αντιαλλεργική αγωγή (αδρεναλίνη, αντιισταμινικά, συστηματικά κορτικοειδή).
- Ως αρχική εξέταση διαλογής (screening) αρκεί ο προσδιορισμός των επιπέδων C4 του συμπληρώματος. Επί παθολογικής τιμής, απαιτείται μέτρηση επιπέδων και λειτουργικότητας C1-INH (κατά προτίμηση με χρωμογονική μέθοδο).
- Σε βρέφη <1 έτους, ο έλεγχος συμπληρώματος πρέπει να επαναλαμβάνεται μετά τη συμπλήρωση του πρώτου έτους ζωής.
- Στις οξείες κρίσεις ΚΑΟ στα παιδιά χορηγούνται άμεσα ανθρώπινο συμπύκνωμα C1-INH ενδοφλεβίως (Berinert σε ηλικίες ≥5 ετών) ή ικατιμπάντη υποδορίως (Firazyr σε ηλικίες ≥2 ετών).
- Τα εξασθενημένα ανδρογόνα (δαναζόλη) αντενδείκνυνται απόλυτα σε παιδιά πριν από την εφηβεία.
Πηγές
- Quincke HI. Über akutes umschriebenes Hautödem. Monatsh Prakt Dermatol. 1882 — [06:03].
- Osler W. Hereditary angio-neurotic oedema. Am J Med Sci. 1888 — [06:14, 06:33].
- Rocha e Silva M, Beraldo WT, Rosenfeld G. Bradykinin, a hypotensive and smooth muscle stimulating factor released from plasma globulin by snake venoms and by trypsin. Am J Physiol. 1949 — [06:06].
- Donaldson VH, Evans RR. A biochemical abnormality in herditary angioneurotic edema: absence of serum inhibitor of C' 1-esterase. Am J Med. 1963 — [06:06].
- Landerman NS, Webster ME, Becker EL, Ratcliffe HE. Hereditary angioneurotic edema. II. Deficiency of inhibitor for serum globulin permeability factor and/or plasma kallikrein. J Allergy. 1962 — [06:06].
- Kaplan AP, Ghebrehiwet B. The kallikrein-kinin system in pathogenesis of hereditary angioedema. J Allergy Clin Immunol. 1983 — [06:06].
- Nussberger J, Cugno M, Cicardi M, Agostoni A. Local bradykinin generation in hereditary angioedema. Lancet. 1999 — [06:06].
- Bork K, Barnstedt SE. Treatment of 193 episodes of laryngeal edema with C1 inhibitor concentrate in patients with hereditary angioedema. DMW. 2000; Bork K, et al. J Allergy Clin Immunol. 2006 — [06:06, 09:07].
- Agostoni A, Cicardi M. Hereditary and acquired C1-inhibitor deficiency: biological and clinical characteristics in 235 patients. Medicine (Baltimore). 1992 — [09:07].
- Giavina-Bianchi P, Aun MV, Ribeiro MR, Agondi RC, Motta AA, Kalil J. Hereditary angioedema classification: Expanding knowledge by genotyping and endotyping. World Allergy Organ J. 2024;17(1):100906 — [03:58, 04:26, 09:07].
- Reshef A, et al. The DANCE classification of angioedema syndromes. J Allergy Clin Immunol Pract. 2024;12:S0691 — [04:26].
- International WAO/EAACI Guidelines for the Management of Hereditary Angioedema. 2021 / 2025 revision — [04:53, 12:58, 29:00].
- Tachdjian R, et al. Effective long-term prophylaxis with lanadelumab in adolescents with hereditary angioedema: EMPOWER/ENABLE. Pediatr Allergy Immunol. 2025 — [09:37].
- Wagenaar-Bos IG, et al. Functional C1-inhibitor diagnostics in hereditary angioedema: assay differences and clinical implications. J Immunol Methods. 2008 — [21:36].
- Busse PJ, et al. US HAEA Medical Advisory Board 2020 Guidelines for the Management of Hereditary Angioedema. J Allergy Clin Immunol Pract. 2021;9(1):132-150 — [29:00].
- Bork K, et al. Assessment and management of disease burden and quality of life in patients with hereditary angioedema: a consensus report. Allergy Asthma Clin Immunol. 2021;17(1):40 — [29:00].
- Riedl MA. Current and Emerging Therapeutics in Hereditary Angioedema. Immunol Allergy Clin North Am. 2023;43:601–618 — [26:32].
Ομιλητής
Μαρία Κουλούρη
MD, PhD, Παιδίατρος – Παιδοαλλεργιολόγος, EAACI, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ. Ακαδημαϊκή Υπότροφος Αλλεργιολογίας, Α’ Παιδιατρικής Κλινικής ΕΚΠΑ
4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πρωτοβάθμιας Παιδιατρικής Φροντίδας · 12–15 Ιουνίου 2025
Το κείμενο αποδίδει σε γραπτό λόγο την ομιλία «Κουλούρη Μαρία Παιδίατρος, Παιδοαλεργιολόγος, Αγγειοοίδημα» (Μαρία Κουλούρη, 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πρωτοβάθμιας Παιδιατρικής Φροντίδας, 12–15 Ιουνίου 2025). Απόδοση με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης και επιμέλεια της Ένωσης. Ισχύει για την περίοδο της ομιλίας· για τις τρέχουσες οδηγίες συμβουλευτείτε τις πηγές. Πώς γράφουμε





