Γίδαρης Δ. – Παιδοπνευμονολόγος – Κορτιζόνη: Καθημερινά Διλήμματα και Έξυπνες Αποφάσεις
Ορθολογική χρήση συστηματικών κορτικοειδών στην παιδιατρική: διαφορές μορίων, δοσολογία, ασφάλεια και ενδείξεις σε λαρυγγίτιδα και άσθμα.
Το βίντεο φορτώνει από το YouTube μόλις πατήσετε αναπαραγωγή. Άνοιγμα στο YouTube (νέα καρτέλα)
Κεφάλαια της ομιλίας — το κλικ ξεκινά το βίντεο από εκεί
- 00:00 Εισαγωγή και το πρόβλημα της χρήσης κορτιζόνης στην Ελλάδα
- 00:50 Φυσιολογία, σύνθεση και κατάταξη των κορτικοστεροειδών
- 03:04 Βιολογικές δράσεις και φαρμακοκινητική
- 07:06 Κορτιζονοφοβία και ανεπιθύμητες ενέργειες
- 09:33 Οξεία βρογχιολίτιδα: «Less is more»
- 12:06 Ασθματικός παροξυσμός και οξύς συριγμός
- 15:10 Οξεία λαρυγγίτιδα (croup)
- 19:30 Η θέση της υδροκορτιζόνης στις παθήσεις του αναπνευστικού
- 20:33 Η μελέτη HOPE: υδροκορτιζόνη έναντι πρεδνιζολόνης στον ασθματικό παροξυσμό
- 21:19 Επιδημιολογία χρήσης κορτικοειδών στην Ελλάδα και ορθολογική συνταγογράφηση
- 21:56 Συμπεράσματα
Περίληψη (Abstract)
Εισαγωγή: Η χορήγηση συστηματικών κορτικοστεροειδών αποτελεί καθημερινή κλινική πρακτική στην παιδιατρική, συχνά όμως συνοδεύεται από υπερχρήση, εσφαλμένα δοσολογικά σχήματα, αλλά και έντονη γονεϊκή κορτιζονοφοβία (corticophobia), η οποία υπονομεύει τη συμμόρφωση.
Σκοπός: Η παρούσα ανασκόπηση αποσαφηνίζει τις φαρμακολογικές διαφορές των διαθέσιμων στεροειδών (υδροκορτιζόνη, πρεδνιζολόνη, δεξαμεθαζόνη) και προσδιορίζει την τεκμηριωμένη θέση τους στην αντιμετώπιση των επειγουσών καταστάσεων του παιδιατρικού αναπνευστικού.
Περιεχόμενο: Παρουσιάζονται η φυσιολογία του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων (ΗΡΑ axis), οι γονιδιακοί και μη γονιδιακοί μηχανισμοί δράσης, ο κιρκάδιος ρυθμός της ενδογενούς κορτιζόλης και ο ρόλος του χρόνου ημίσειας ζωής στον καθορισμό των δόσεων. Υπογραμμίζεται ότι βραχέα θεραπευτικά σχήματα (3–5 ημερών) δεν προκαλούν επινεφριδιακή καταστολή και δεν απαιτούν σταδιακή αποκλιμάκωση (tapering). Εξετάζεται η αποτελεσματικότητα των στεροειδών ανά νοσολογική οντότητα: στη βρογχιολίτιδα (bronchiolitis) δεν έχουν καμία ένδειξη («less is more»), στον ασθματικό παροξυσμό αποτελούν θεραπεία εκλογής με διάρκεια 3–5 ημέρες (πρεδνιζολόνη 1–2 mg/kg/ημέρα, μέγιστο 40–60 mg), ενώ στην οξεία λαρυγγοτραχειοβρογχίτιδα (croup) η δεξαμεθαζόνη (0,15–0,60 mg/kg εφάπαξ) και η πρεδνιζολόνη (1–2 mg/kg) εμφανίζουν ισοδύναμη κλινική αποτελεσματικότητα. Επιπρόσθετα, συζητούνται νεότερα δεδομένα για τη χρήση της υδροκορτιζόνης, η οποία διαθέτει άριστη πνευμονική διεισδυτικότητα, ταχεία δράση και υψηλή αποδοχή λόγω γεύσης.
Συμπεράσματα: Τα κορτικοστεροειδή δεν είναι ίδια μεταξύ τους και δεν πρέπει να συνταγογραφούνται ανεξέλεγκτα ως αντιβηχικά. Η επιλογή του κατάλληλου μορίου, η εφάπαξ πρωινή χορήγηση βάσει του χρόνου ημιζωής και η αποφυγή άσκοπης σταδιακής μείωσης στα βραχέα σχήματα εξασφαλίζουν μέγιστη αποτελεσματικότητα χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες.
Λέξεις-κλειδιά: κορτικοστεροειδή, πρεδνιζολόνη, δεξαμεθαζόνη, υδροκορτιζόνη, λαρυγγίτιδα, άσθμα, βρογχιολίτιδα, κορτιζονοφοβία
Κύρια σημεία
- Τα κορτικοστεροειδή διαφέρουν ουσιωδώς ως προς τον χρόνο ημίσειας ζωής, τη σχετική αντιφλεγμονώδη ισχύ, τη δραστικότητα κατακράτησης αλάτων και τον βαθμό γονιδιακής έναντι μη γονιδιακής δράσης.
- Βραχυχρόνια σχήματα συστηματικής κορτιζόνης (3–5 ή έως 14 ημέρες) δεν προκαλούν καταστολή του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων και δεν απαιτούν σταδιακή αποκλιμάκωση (tapering).
- Σκευάσματα μέσης και μακράς δράσης (πρεδνιζολόνη, δεξαμεθαζόνη) χορηγούνται άπαξ ημερησίως το πρωί, ώστε να συγχρονίζονται με τον φυσιολογικό κιρκάδιο ρυθμό και να αποφεύγεται η επινεφριδιακή καταστολή.
- Στην οξεία ιογενή βρογχιολίτιδα, τα συστηματικά κορτικοστεροειδή, τα βρογχοδιασταλτικά και η επινεφρίνη δεν έχουν καμία τεκμηριωμένη ένδειξη.
- Στον οξύ ασθματικό παροξυσμό, η από του στόματος πρεδνιζολόνη (1–2 mg/kg/ημέρα για 3–5 ημέρες) παραμένει η βασική γραμμή αντιφλεγμονώδους θεραπείας.
- Στην οξεία λαρυγγίτιδα (croup), η δεξαμεθαζόνη (0,15–0,6 mg/kg εφάπαξ) και η πρεδνιζολόνη (1–2 mg/kg) έχουν παρόμοια κλινική αποτελεσματικότητα στις 2 και 6 ώρες.
- Η από του στόματος υδροκορτιζόνη διαθέτει υψηλή πνευμονική διεισδυτικότητα και ταχεία μη γονιδιακή έναρξη δράσης, αποτελώντας αντικείμενο νέων συγκριτικών κλινικών μελετών.
Εισαγωγή και το πρόβλημα της χρήσης κορτιζόνης στην Ελλάδα Στο βίντεο από 00:00
Στην ελληνική παιδιατρική πραγματικότητα παρατηρείται έντονη διχογνωμία και προβληματισμός γύρω από τη χρήση των κορτικοστεροειδών. Από τη μία πλευρά καταγράφεται υπερκατανάλωση συστηματικών σκευασμάτων (συχνά αντιμετωπίζονται λανθασμένα σχεδόν ως «αντιβηχικά»), και από την άλλη πλευρά υπάρχει έντονη γονεϊκή κορτιζονοφοβία (corticophobia) για τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Στην καθημερινή κλινική πράξη του παιδιάτρου ανακύπτουν κρίσιμα ερωτήματα:
- Διαφέρουν τα διαθέσιμα κορτικοστεροειδή μεταξύ τους;
- Ποιοι είναι οι πραγματικοί μηχανισμοί δράσης και πώς καθορίζουν το δοσολογικό σχήμα;
- Είναι υπαρκτές οι παρενέργειες στα βραχυχρόνια σχήματα;
- Ποια είναι η ενδεδειγμένη θέση των στεροειδών στα οξέα αναπνευστικά επεισόδια (βρογχιολίτιδα, λαρυγγίτιδα, άσθμα);
Φυσιολογία, σύνθεση και κατάταξη των κορτικοστεροειδών Στο βίντεο από 00:50
Τα κορτικοστεροειδή παράγονται στον φλοιό των επινεφριδίων (adrenal cortex) με μητρική ουσία τη χοληστερόλη (cholesterol). Μέσω διαδοχικών ενζυμικών οδών συντίθενται οι τρεις κύριες κατηγορίες στεροειδικών ορμονών:
- Γλυκοκορτικοειδή (glucocorticoids): Με κύριο εκπρόσωπο την ενδογενή κορτιζόλη (cortisol ή υδροκορτιζόνη).
- Αλατοκορτικοειδή / Μεταλλοκορτικοειδή (mineralocorticoids): Με κύριο εκπρόσωπο την αλδοστερόνη (aldosterone).
- Ορμόνες του φύλου (sex hormones): Ανδρογόνα (τεστοστερόνη), οιστρογόνα (οιστραδιόλη, οιστρόνη) και προγεσταγόνα (προγεστερόνη).
Ταξινόμηση γλυκοκορτικοειδών βάσει χρόνου ημίσειας ζωής
Η διάρκεια δράσης και ο βιολογικός χρόνος ημίσειας ζωής (half-life) καθορίζουν τη συχνότητα χορήγησης του εκάστοτε φαρμάκου:
| Κατηγορία δράσης | Δραστική ουσία | Χρόνος ημίσειας ζωής | Σχετική αντιφλεγμονώδης ισχύς | Ισοδύναμη δόση (mg) |
|---|---|---|---|---|
| Βραχείας δράσης | Υδροκορτιζόνη (Hydrocortisone), Κορτιζόνη | 8–12 ώρες | 1 | 20 mg |
| Μέσης δράσης | Πρεδνιζολόνη (Prednisolone), Πρεδνιζόνη, Μεθυλπρεδνιζολόνη, Τριαμσινολόνη | 12–36 ώρες | 4 (Πρεδνιζολόνη) / 5 (Μεθυλπρεδνιζολόνη) | 5 mg (Prednisolone) / 4 mg (Methylprednisolone) |
| Μακράς δράσης | Δεξαμεθαζόνη (Dexamethasone), Βηταμεθαζόνη | 36–54 ώρες | 25–30 | 0,75 mg |
Ο επιμερισμός σκευασμάτων μέσης ή μακράς διάρκειας δράσης (όπως η βηταμεθαζόνη) σε 3 δόσεις ημερησίως αποτελεί θεραπευτικό σφάλμα, καθώς αγνοεί τον παρατεταμένο χρόνο ημίσειας ζωής του μορίου και επιτείνει την καταστολή του άξονα.
Ο άξονας υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων και ο μηχανισμός ανάδρασης
Ο άξονας ρυθμίζεται από την έκκριση της εκλυτικής ορμόνης της κορτικοτροπίνης (CRH) από τον υποθάλαμο, η οποία διεγείρει την πρόσθια υπόφυση για την παραγωγή της φλοιοεπινεφριδιοτρόπου ορμόνης (ACTH). Η ACTH με τη σειρά της προκαλεί την παραγωγή κορτιζόλης από τα επινεφρίδια.
- Οξεία αύξηση γλυκοκορτικοειδών: Προκαλεί παροδική, ολιγόλεπτη μόνο αναστολή της έκκρισης ACTH, η οποία αναστρέφεται πλήρως και ταχέως με τη διακοπή του φαρμάκου.
- Χρόνια, παρατεταμένη έκθεση: Οδηγεί σε συνεχή αναστολή της ACTH, προκαλώντας ατροφία της δεσμιδωτής στιβάδας του φλοιού των επινεφριδίων και ιατρογενή επινεφριδιακή ανεπάρκεια.
- Κλινικός κανόνας: Για θεραπείες διάρκειας κάτω των 14 ημερών (και ιδιαίτερα για τα συνήθη σχήματα 3–5 ημερών στην οξεία παιδιατρική αναπνευστική παθολογία), δεν υφίσταται κίνδυνος επινεφριδιακής καταστολής. Επομένως, δεν απαιτείται καμία σταδιακή αποκλιμάκωση (tapering) της δόσης.
Κιρκάδιος ρυθμός της κορτιζόλης
Η ενδογενής έκκριση κορτιζόλης ακολουθεί 24ωρο βιορυθμό:
- Μέγιστη αιχμή (peak): Νωρίς το πρωί (περίπου 08:00 π.μ.).
- Δευτερεύουσα, μικρότερη αιχμή: Νωρίς το απόγευμα.
- Ναδίρ (χαμηλότερα επίπεδα): Γύρω στα μεσάνυχτα.
Συνεπώς, όταν απαιτείται χορήγηση κορτικοστεροειδούς, αυτή πρέπει να γίνεται άπαξ ημερησίως νωρίς το πρωί. Εάν επιλεγεί σχήμα δύο δόσεων, τα 2/3 της συνολικής ημερήσιας δόσης χορηγούνται το πρωί και το 1/3 νωρίς το απόγευμα, ώστε να μιμούνται τη φυσιολογική βιολογική καμπύλη.
Βιολογικές δράσεις και φαρμακοκινητική Στο βίντεο από 03:04
Τα γλυκοκορτικοειδή επιδρούν σε πολλαπλά συστήματα:
- Ενδιάμεσος μεταβολισμός: Διέγερση ηπατικής νεογλυκογένεσης, κινητοποίηση αμινοξέων από τους μυς, διέγερση λιπόλυσης.
- Απόκριση στο stress: Απαραίτητα για την επιβίωση σε καταστάσεις τραύματος, λοίμωξης, αιμορραγίας και έντονου φόβου.
- Μεταβολή κυττάρων αίματος: Επάγουν απόπτωση και ιστική μετανάστευση των ηωσινοφίλων, βασεοφίλων, μονοκυττάρων και λεμφοκυττάρων (μείωση στο περιφερικό αίμα), ενώ αυξάνουν τα πολυμορφοπύρηνα ουδετερόφιλα, τα ερυθρά αιμοσφαίρια, τα αιμοπετάλια και την αιμοσφαιρίνη.
- Αντιφλεγμονώδης δράση: Αναστολή παραγωγής προφλεγμονωδών κυτταροκινών, αναστολή της φωσφολιπάσης A₂, σταθεροποίηση μεμβρανών μαστοκυττάρων και ελάττωση απελευθέρωσης ισταμίνης.
Γονιδιακός και μη γονιδιακός μηχανισμός
- Γονιδιακός (genomic) μηχανισμός: Το στεροειδές διαπερνά την κυτταρική μεμβράνη, συνδέεται με τον κυτταροπλασματικό υποδοχέα (GR), το σύμπλεγμα μετατοπίζεται στον πυρήνα και τροποποιεί τη μεταγραφή γονιδίων (transcription). Η διαδικασία αυτή απαιτεί χρόνο (ώρες). Επομένως, η χορήγηση κορτιζόνης στο σπίτι από τους γονείς ως «αντιισταμινικό άμεσης δράσης» σε οξεία αλλεργία δεν έχει φαρμακολογική λογική.
- Μη γονιδιακός (non-genomic) μηχανισμός: Ταχύτερη δράση μέσω άμεσων φυσικοχημικών επιδράσεων στις κυτταρικές μεμβράνες και σηματοδοτικών μονοπατιών κινάσης. Η πρεδνιζολόνη υπερέχει σε μη γονιδιακή ισχύ συγκριτικά με τη δεξαμεθαζόνη, επιτυγχάνοντας ταχύτερη έναρξη κλινικού αποτελέσματος.
Φαρμακοκινητική και αλληλεπιδράσεις
- Στο πλάσμα, το 80% της κορτιζόλης είναι συνδεδεμένο με τη σφαιρίνη σύνδεσης κορτικοστεροειδών (CBG ή τρανσκορτίνη), ποσοστό συνδέεται με τη λευκωματίνη και μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό (περίπου 5%) κυκλοφορεί ως ελεύθερο δραστικό κλάσμα.
- Η κορτιζόνη και η πρεδνιζόνη είναι προφάρμακα και απαιτούν ηπατική μετατροπή στις ενεργές μορφές (κορτιζόλη/υδροκορτιζόνη και πρεδνιζολόνη αντίστοιχα) μέσω του ενζύμου 11β-υδροξυστεροειδική αφυδρογονάση τύπου 1.
- Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις: Τα κορτικοειδή μεταβολίζονται από το κυτόχρωμα CYP3A4.
- Επαγωγείς CYP3A4 (βαρβιτουρικά, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη): Μειώνουν τα επίπεδα των στεροειδών.
- Αναστολείς CYP3A4 (μακρολίδες όπως κλαριθρομυκίνη/ερυθρομυκίνη, αζολικά αντιμυκητιασικά όπως κετοκοναζόλη/ιτρακοναζόλη): Αυξάνουν σημαντικά τα επίπεδα και την τοξικότητα των στεροειδών.
Κορτιζονοφοβία και ανεπιθύμητες ενέργειες Στο βίντεο από 07:06
Η κορτιζονοφοβία αποτελεί το συχνότερο εμπόδιο συμμόρφωσης (36% των γονέων εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για παρενέργειες), οδηγώντας σε αυθαίρετη διακοπή της προληπτικής ή θεραπευτικής αγωγής.
Βραχυχρόνια σχήματα (3–5 ημέρες)
Όπως τεκμηριώνεται από συστηματικές ανασκοπήσεις της Cochrane (Fernandes RM et al.), στα βραχέα σχήματα για οξείες αναπνευστικές καταστάσεις οι παρενέργειες είναι σπάνιες, ήπιες και παροδικές:
- Έμετοι (συχνά λόγω κακής γεύσης του σκευάσματος),
- Παροδικές αλλαγές στη συμπεριφορά (ευερεθιστότητα, υπερκινητικότητα),
- Ήπιες διαταραχές ύπνου.
Χρόνια χορήγηση υψηλών δόσεων
Μόνο σε παρατεταμένη έκθεση (π.χ. σε παιδορευματολογικά νοσήματα) ελλοχεύουν οι σοβαρές επιπλοκές που συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα:
| Σύστημα | Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες χρόνιας χρήσης |
|---|---|
| Οφθαλμοί | Γλαύκωμα, οπίσθιος υποκαψικός καταρράκτης |
| Μυοσκελετικό | Οστεοπόρωση, καθυστέρηση ανάπτυξης (growth retardation), μυοπάθεια εγγύς άκρων, άσηπτη νέκρωση οστών |
| Γαστρεντερικό | Πεπτικό έλκος |
| Μεταβολικό / Ενδοκρινικό | Σύνδρομο Cushing, καταστολή άξονα HPA, σακχαρώδης διαβήτης, ανακατανομή λίπους |
| Δέρμα | Λέπτυνση δέρματος, ραβδώσεις, καθυστέρηση επούλωσης τραυμάτων |
| Καρδιαγγειακό | Υπέρταση, κατακράτηση υγρών/οίδημα |
| Ανοσοποιητικό | Αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξεις |
Οξεία βρογχιολίτιδα: «Less is more» Στο βίντεο από 09:33
Η οξεία βρογχιολίτιδα ορίζεται ως το πρώτο επεισόδιο οξείας λοίμωξης του κατώτερου αναπνευστικού με προηγούμενα συμπτώματα ανώτερου αναπνευστικού (ρινίτιδα, καταρροή 1–3 ημέρες), χαμηλό πυρετό και προοδευτικά επιδεινούμενη αναπνευστική δυσχέρεια (ταχύπνοια, εισολκές, δυσχέρεια σίτισης) σε βρέφη κάτω των 12 μηνών (ανώτατο όριο τα 2 έτη).
- Ακροαστικά ευρήματα: Τελοεισπνευστικοί λεπτοί τρίζοντες (ευρωπαϊκή βιβλιογραφία) ή εκπνευστικός συριγμός (αμερικανική βιβλιογραφία).
- Κατευθυντήριες οδηγίες (AAP 2014 κ.ά.): Δεν έχει καμία ένδειξη η χορήγηση σαλβουταμόλης, επινεφρίνης ή συστηματικών στεροειδών. Η αντιμετώπιση είναι αποκλειστικά υποστηρικτική (αναπνευστική υποστήριξη, ενυδάτωση, ρινοπλύσεις).
- Πραγματική κλινική πρακτική: Μελέτες καταδεικνύουν διεθνώς μεγάλη απόκλιση μεταξύ οδηγιών και πράξης, με συχνή κατάχρηση φαρμάκων στα τμήματα επειγόντων.
- Φαινότυποι και ρινοϊός: Εξαίρεση αποτελούν βρέφη με υψηλό ιικό φορτίο ρινοϊού (RV >7.000 αντίγραφα/ml) και ατοπικό υπόβαθρο, όπου μελέτες (Koponen et al., Csonka et al.) έδειξαν ότι ένα 3ήμερο σχήμα πρεδνιζολόνης ενδέχεται να μειώσει τη σοβαρότητα και τον μελλοντικό κίνδυνο έναρξης αντι-ασθματικής αγωγής. Ωστόσο, στην οξεία φάση στο ιατρείο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί ως ρουτίνα.
Ασθματικός παροξυσμός και οξύς συριγμός Στο βίντεο από 12:06
Ο ασθματικός παροξυσμός χαρακτηρίζεται από οξεία ή υποξεία επιδείνωση της δύσπνοιας, ταχύπνοια, εισολκές, βήχα και εκπνευστικό συριγμό, συχνά πυροδοτούμενος από ιογενείς λοιμώξεις (κυρίως ρινοϊό), αλλεργιογόνα, άσκηση ή καπνό.
Σημεία κινδύνου για θανατηφόρο άσθμα (red flags, GINA)
- Προηγούμενη νοσηλεία σε ΜΕΘ ή διασωλήνωση.
- Νοσηλεία για άσθμα κατά το προηγούμενο έτος.
- Πρόσφατη λήψη ή κατάχρηση από του στόματος κορτικοστεροειδών.
- Υπερκατανάλωση β₂-διεγερτών ταχείας δράσης (SABA).
- Απουσία γραπτού πλάνου διαχείρισης άσθματος ή ιστορικό μη συμμόρφωσης.
- Συνυπάρχουσα τροφική αλλεργία.
Θεραπευτική αντιμετώπιση βάσει GINA
- Εισπνεόμενοι β₂-διεγέρτες ταχείας δράσης (σαλβουταμόλη) μέσω αεροθαλάμου με μάσκα.
- Συστηματικά κορτικοστεροειδή από του στόματος:
- Πρεδνιζολόνη: 1–2 mg/kg/ημέρα (μέγιστη ημερήσια δόση 40 mg για παιδιά <6 ετών, 50–60 mg για παιδιά ≥6 ετών).
- Διάρκεια: 3 έως 5 ημέρες επαρκούν πλήρως. Δεν απαιτείται σταδιακή μείωση.
- Εναλλακτικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί δεξαμεθαζόνη (0,3–0,6 mg/kg/ημέρα για 1–2 ημέρες) ή υδροκορτιζόνη (4 mg/kg/ημέρα διαιρεμένη σε 2 δόσεις).
Ιογενής συριγμός προσχολικής ηλικίας (viral-induced wheeze)
Σε παιδιά προσχολικής ηλικίας με υποτροπιάζοντα επεισόδια συριγμού, πρόσφατη μετά-ανάλυση (Bohec et al., Lancet Respir Med 2024) έδειξε ότι τα από του στόματος κορτικοειδή στα ΤΕΠ μειώνουν τη διάρκεια νοσηλείας και τη σοβαρότητα του συριγμού (Wheeze Severity Score στις 4 ώρες), κυρίως σε παιδιά με ιστορικό προηγούμενου συριγμού ή ατοπίας.
Οξεία λαρυγγίτιδα (croup) Στο βίντεο από 15:10
Η οξεία ιογενής λαρυγγοτραχειοβρογχίτιδα (croup) προσβάλλει κυρίως παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως 3 ετών (αιχμή το 2ο έτος) και οφείλεται κυρίως στους ιούς παραϊνφλουέντσας (Parainfluenza 1 και 3), RSV και ιούς γρίπης.
- Κλινική εικόνα: Αιφνίδια έναρξη (συχνά τη νύχτα), υλακώδης βήχας («σαν γαύγισμα σκύλου»), βράγχος φωνής και εισπνευστικός συριγμός (stridor).
- Βασική αρχή: Αποφυγή κάθε άσκοπης ενόχλησης του παιδιού. Οποιοσδήποτε εκνευρισμός, κλάμα ή προσπάθεια εξέτασης του στοματοφάρυγγα με γλωσσοπίεστρο μπορεί να επιδεινώσει το οίδημα του υπογλωττιδικού χώρου και να προκαλέσει πλήρη απόφραξη των αεραγωγών. Το παιδί πρέπει να παραμένει ήρεμο στην αγκαλιά του γονέα.
Θεραπευτική προσέγγιση
- Κορτικοστεροειδή: Αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο:
- Δεξαμεθαζόνη: 0,15 έως 0,60 mg/kg εφάπαξ από του στόματος (ή ενδομυϊκά εάν υπάρχουν έμετοι).
- Πρεδνιζολόνη: 1–2 mg/kg εφάπαξ από του στόματος.
- Εισπνεόμενη βουδεσονίδη: 2 mg νεφελοποιούμενα (έχει ελαφρώς υποδεέστερη αποτελεσματικότητα συγκριτικά με τη δεξαμεθαζόνη βάσει Cochrane review και δεν πλεονεκτεί έναντι της από του στόματος οδού).
- Νεφελοποιημένη αδρεναλίνη (επινεφρίνη): Ενδείκνυται σε μέτριο έως σοβαρό croup (εισπνευστικός συριγμός σε ηρεμία, έντονες εισολκές). Δοσολογία: 0,5 ml/kg διαλύματος 1:1.000 (μέγιστο 5 ml), αραιωμένο με φυσιολογικό ορό. Δρα άμεσα μέσω αγγειοσυστολής των αγγείων του βλεννογόνου. Δεν υπάρχει κίνδυνος φαινομένου rebound, αλλά το παιδί πρέπει να παρακολουθείται για τουλάχιστον 2–3 ώρες.
Σύγκριση δεξαμεθαζόνης έναντι πρεδνιζολόνης στο croup
Σύμφωνα με συστηματικές ανασκοπήσεις (Cochrane Review, Parker et al. 2019):
- Στις 2 και στις 6 ώρες μετά τη χορήγηση, η δεξαμεθαζόνη και η πρεδνιζολόνη επιτυγχάνουν ταυτόσημη κλινική βελτίωση και μείωση του Westley Croup Score.
- Η πρεδνιζολόνη, λόγω βραχύτερου χρόνου ημίσειας ζωής, ενδέχεται σε ορισμένα περιστατικά να χρειαστεί δεύτερη δόση την επόμενη ημέρα, αλλά πλεονεκτεί σε ταχύτητα έναρξης της δράσης και δεν επιβαρύνει παρατεταμένα τον οργανισμό.
Η θέση της υδροκορτιζόνης στις παθήσεις του αναπνευστικού Στο βίντεο από 19:30
Στο θεραπευτικό οπλοστάσιο προστίθεται πλέον και η από του στόματος υδροκορτιζόνη (σκευάσματα όπως το Hydracort σε πόσιμο διάλυμα με γεύση πορτοκάλι), προσφέροντας εναλλακτική επιλογή στη διαχείριση των οξέων καταστάσεων του αναπνευστικού.
Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά και πνευμονική διεισδυτικότητα
Η υδροκορτιζόνη αποτελεί στεροειδές βραχείας δράσης με χρόνο ημιζωής 8–12 ώρες και ισοδύναμη αντιφλεγμονώδη ισχύ 20 mg (έναντι 5 mg πρεδνιζολόνης και 0,75 mg δεξαμεθαζόνης).
Βιβλιογραφικά δεδομένα (μελέτες Braude et al., 1982/1983) καταδεικνύουν ότι η υδροκορτιζόνη εμφανίζει σημαντικά υψηλότερη πνευμονική διεισδυτικότητα στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα (bronchoalveolar lavage – BAL) σε σύγκριση με τη μεθυλπρεδνιζολόνη και την πρεδνιζόνη:
- Λόγος συγκέντρωσης υδροκορτιζόνης στο BAL προς το πλάσμα: 1
- Λόγος μεθυλπρεδνιζολόνης: 0,5
- Λόγος πρεδνιζόνης: 0,3
Κλινικά δεδομένα σε σοβαρές πνευμονίες
Κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19, σειρά κλινικών μελετών και μετα-αναλύσεων που συμπεριέλαβε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO, JAMA 2020) επιβεβαίωσε ότι η υδροκορτιζόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ισοδύναμα ως εναλλακτική της δεξαμεθαζόνης στη νοσηλεία ασθενών με σοβαρή πνευμονία από την κοινότητα και λοίμωξη SARS-CoV-2, με εξίσου ευνοϊκά αποτελέσματα στην έκβαση.
Θεραπευτική τοποθέτηση και δοσολογία
Στο φάσμα των από του στόματος κορτικοστεροειδών (oral corticosteroids – OCS) για τις οξείες παθήσεις του αναπνευστικού:
- Η δεξαμεθαζόνη διαθέτει υψηλή ισχύ και μακρά δράση (χορηγείται σε croup 0,15–0,6 mg/kg εφάπαξ ή έως 0,6 mg/kg/ημέρα για 2 ημέρες).
- Η πρεδνιζολόνη κατέχει ενδιάμεση θέση, χορηγούμενη στον ασθματικό παροξυσμό σε δόση 1–2 mg/kg/ημέρα για 3–5 ημέρες (ή 1–2 mg/kg εφάπαξ με επαναξιολόγηση τη 2η ημέρα στο croup).
- Η υδροκορτιζόνη τοποθετείται πλησίον της πρεδνιζολόνης ως προς την αποτελεσματικότητα και το προφίλ ασφάλειας, με προτεινόμενο δοσολογικό σχήμα 4 mg/kg/ημέρα (μέγιστη δόση: 120 mg/ημέρα), κατανεμημένο σε δύο ίσες δόσεις (bid) για 3–5 (έως 7) ημέρες.
Η μελέτη HOPE: υδροκορτιζόνη έναντι πρεδνιζολόνης στον ασθματικό παροξυσμό Στο βίντεο από 20:33
Με στόχο την επιστημονική τεκμηρίωση της αποτελεσματικότητας της υδροκορτιζόνης έναντι της καθιερωμένης θεραπείας με πρεδνιζολόνη, διεξάγεται στην Ελλάδα η πολυκεντρική κλινική μελέτη HOPE (Hydrocortisone – Oral for Pediatric asthma Exacerbations), υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Γ. Χρούσου και με κύριο ερευνητή τον καθηγητή Σ. Φούζα.
Σχεδιασμός και μεθοδολογία
Πρόκειται για συγκριτική μελέτη μη κατωτερότητας (non-inferiority trial) σε παιδιά ηλικίας 2–12 ετών που προσέρχονται με οξύ παροξυσμό άσθματος:
- Κριτήρια ένταξης: Παιδιά 2–12 ετών με διαγνωσμένο άσθμα υπό αγωγή (ή ιστορικό ≥2 επεισοδίων αναπνευστικής δυσχέρειας ανταποκρινόμενων σε SABA ή χρήση OCS κατά το προηγούμενο έτος) και Pediatric Respiratory Assessment Measure (PRAM) score ≥3 (μέτριος παροξυσμός: PRAM 4–7).
- Τυχαιοποίηση:
- Ομάδα Υδροκορτιζόνης (HC): 4 mg/kg/ημέρα από του στόματος (μέγιστο 120 mg/ημέρα), διαιρεμένη σε δύο δόσεις ημερησίως (bid) για 3–5 ημέρες.
- Ομάδα Πρεδνιζολόνης (PRE): 1 mg/kg/ημέρα από του στόματος (μέγιστο 30–40 mg/ημέρα), εφάπαξ ημερησίως για 3–5 ημέρες.
- Εκβάσεις: Παρακολούθηση τις ημέρες T0, T1 (D1–D3), D7 και D14 μέσω του ερωτηματολογίου Pediatric Asthma Caregiver Diary (PACD), καταγραφή επιπλοκών, απουσιών από το σχολείο/εργασία των γονέων, συμμόρφωσης, καθώς και αντικειμενική παρακολούθηση της κινητικότητας και δραστηριότητας των παιδιών με φορητούς καταγραφείς δραστηριότητας (activity trackers – SpO2, ποιότητα ύπνου, βήματα, ημερήσια δραστηριότητα).
Επιδημιολογία χρήσης κορτικοειδών στην Ελλάδα και ορθολογική συνταγογράφηση Στο βίντεο από 21:19
Η αντιμετώπιση του βήχα και των λοιμώξεων του αναπνευστικού στην πρωτοβάθμια παιδιατρική φροντίδα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υπερβολική και μη ενδεδειγμένη χορήγηση κορτικοειδών.
Στοιχεία κατανάλωσης δεξαμεθαζόνης
Σύμφωνα με επίσημα δεδομένα της IQVIA (2016–2024, ανάλυση καθ. Σ. Φούζα):
- Σε έναν συνολικό παιδιατρικό πληθυσμό περίπου 1.200.000 παιδιών όλων των ηλικιών στην Ελλάδα, καταγράφονται ετησίως πωλήσεις περίπου 300.000 φιαλιδίων πόσιμου διαλύματος δεξαμεθαζόνης (Soldesanil).
- Η αναλογία αυτή αντιστοιχεί σε χορήγηση συστηματικού στεροειδούς σε 1 στα 3–4 παιδιά κάθε χρόνο.
«Τα στεροειδή δεν είναι αντιβηχικά»
Ενώ η κορτικοφοβία αποτελεί εμπόδιο στη συμμόρφωση ασθενών με χρόνιες παθήσεις όπως το άσθμα, εξίσου ή και περισσότερο επικίνδυνο φαινόμενο αποτελεί η άκριτη και κατάχρηση συστηματικής κορτιζόνης για κοινές ιογενείς λοιμώξεις. Τα κορτικοειδή:
- Δεν έχουν καμία ένδειξη ως αντιβηχικά φάρμακα.
- Δεν πρέπει να συνταγογραφούνται για απλό βήχα ή εμπύρετα λοιμώδη νοσήματα του ανώτερου αναπνευστικού.
- Πρέπει να περιορίζονται αυστηρά στις τεκμηριωμένες ενδείξεις (ασθματικός παροξυσμός, croup).
Συμπεράσματα Στο βίντεο από 21:56
- Κεντρικός θεραπευτικός ρόλος: Τα κορτικοστεροειδή πρωταγωνιστούν και παραμένουν θεραπεία εκλογής για την αντιμετώπιση του ασθματικού παροξυσμού και της λαρυγγίτιδας (croup).
- Ασφάλεια βραχέων σχημάτων: Η χορήγηση πρεδνιζολόνης ή άλλων στεροειδών με βραχύ ή ενδιάμεσο χρόνο ημίσειας ζωής για διάστημα 3–5 (έως 6) ημερών δεν σχετίζεται με καταστολή του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων και δεν απαιτεί σταδιακή μείωση (tapering).
- Διαφοροποίηση σκευασμάτων: Δεν είναι όλα τα στεροειδή ίδια· διαφέρουν ουσιωδώς ως προς τον χρόνο ημιζωής, τη βιοδιαθεσιμότητα, τη σχέση γλυκοκορτικοειδούς/αλατοκορτικοειδούς δράσης, τη γονιδιακή ισχύ και την πνευμονική διεισδυτικότητα.
- Νεότερες επιλογές και συμμόρφωση: Η επιλογή κατάλληλων σκευασμάτων με αποδεκτή γεύση και τεκμηριωμένο φαρμακοκινητικό προφίλ (όπως η υδροκορτιζόνη και η πρεδνιζολόνη) βελτιώνει τη συμμόρφωση του παιδιού και τη συνολική θεραπευτική αποτελεσματικότητα.
Συμπεράσματα για την κλινική πράξη
- Όχι κορτιζόνη στη βρογχιολίτιδα: Στο πρώτο επεισόδιο οξείας βρογχιολίτιδας σε βρέφη δεν χορηγούνται συστηματικά στεροειδή, βρογχοδιασταλτικά ή αδρεναλίνη.
- Εφάπαξ πρωινή δόση: Τα σκευάσματα μέσης και μακράς δράσης (πρεδνιζολόνη, δεξαμεθαζόνη) χορηγούνται μία φορά την ημέρα το πρωί, ώστε να μη διαταράσσεται ο κιρκάδιος ρυθμός της κορτιζόλης.
- Όχι σταδιακή μείωση (tapering) στα βραχέα σχήματα: Θεραπείες διάρκειας 3 έως 5 ημερών για άσθμα ή λαρυγγίτιδα διακόπτονται άμεσα χωρίς βαθμιαία αποκλιμάκωση.
- Σωστή δοσολογία στο άσθμα: Πρεδνιζολόνη 1–2 mg/kg/ημέρα (μέγιστο 40–60 mg) για αυστηρά 3–5 ημέρες.
- Επιλογή στο Croup: Δεξαμεθαζόνη (0,15–0,6 mg/kg) εφάπαξ ή πρεδνιζολόνη (1–2 mg/kg). Και οι δύο επιλογές είναι κλινικά ισοδύναμες στις πρώτες 6 ώρες.
- Ηρεμία στο Croup: Αποφεύγεται κάθε άσκοπη ιατρική πράξη ή εξέταση που προκαλεί διέγερση και κλάμα στο παιδί, καθώς επιδεινώνει την απόφραξη των αεραγωγών.
- Αντιμετώπιση κορτιζονοφοβίας: Ενημέρωση των γονέων ότι τα βραχέα θεραπευτικά σχήματα δεν προκαλούν τις παρενέργειες της χρόνιας χρήσης (όπως παχυσαρκία ή αναστολή ανάπτυξης).
Πηγές
- Plusquellec P, et al. Adverse effects of pollution on mental health: the stress hypothesis. OA Evidence-Based Medicine, 2013 [02:14].
- Mennesson M, Revest JM. International Journal of Molecular Sciences, 2023 [02:22].
- Barnes PJ. Cellular effect of corticosteroids. Pharmacology, 2010 [04:07].
- Irmak Sayin Alan, Bahadir Alan. Mechanisms of action of glucocorticoids. IntechOpen, 2019 [04:14].
- Borger P, Kauffman HF. Rapid glucocorticoid effects on immune cells. Steroids, 2002 [06:53].
- Rubin BK. What do parents want from their asthma care. Paediatric Respiratory Reviews, 2017 [07:33].
- Conn KM et al. Relationship between parental beliefs about medications and adherence. Ambulatory Pediatrics, 2005 [07:45].
- Fernandes RM, Oleszczuk M, Woods CR, Rowe BH, Cates CJ, Hartling L. Systemic corticosteroids for acute respiratory conditions in children: an overview of reviews. Cochrane Database of Systematic Reviews / Evidence-Based Child Health, 2014 [07:51].
- Bayman E. Adrenal suppression following systemic glucocorticoids. Archives of Disease in Childhood, 2017 [08:34].
- Ahmet A et al. Adrenal suppression in children treated with glucocorticoids for asthma and allergic diseases. Journal of Allergy and Clinical Immunology, 2011 [08:38].
- Cutrera R. Guidelines on acute bronchiolitis. Italian Journal of Pediatrics, 2017 [09:00, 10:28].
- Chourpiliadis C, Aeddula NR. Physiology, Glucocorticoids. StatPearls, 2024 [09:01].
- Gidaris D. Bronchiolitis. Respirology, 2014 [09:33].
- Koppi et al. European Respiratory Journal (ERJ), 2012 / Midulla & Nenna, 2011 [09:57].
- American Academy of Pediatrics (AAP). Management of Bronchiolitis. Pediatrics, 2014 [10:28].
- Mazur NI et al. Less is more in bronchiolitis. The Lancet Respiratory Medicine, 2015 [10:37].
- Jamal A, Finkelstein Y, Kuppermann N, Freedman SB. Pharmacotherapy at discharge from emergency departments for bronchiolitis. The Lancet Child & Adolescent Health, 2019 [11:09].
- Kristensen A, Lukkarinen M, Turunen R, Vuorinen T, Camargo CA, Gern JE, Jartti T. Prednisolone for the first rhinovirus-induced wheezing and 4-year asthma risk: A randomized trial. Pediatrics / J Allergy Clin Immunol, 2015 [11:39].
- Global Initiative for Asthma (GINA). Guidelines for Asthma Management and Prevention, 2015/2024 [12:06, 13:29].
- Al-Shamrani A. Types and doses of steroids used for asthma exacerbation. International Journal of Pediatrics and Adolescent Medicine, 2019 [14:03].
- Csonka P et al. Prednisolone for viral lower respiratory infections in infants 6–35 months. The Journal of Pediatrics, 2003 [14:25].
- Bohec C et al. Oral corticosteroids in preschool children with acute wheeze: meta-analysis. The Lancet Respiratory Medicine, 2024 [14:50].
- Hammer J. Croup. Paediatric Respiratory Reviews, 2004 [15:10].
- Fitzgerald DA, Kilham HA. Croup: assessment and evidence-based management. Med J Aust, 2003 [15:20].
- Geelhoed GC, Turner J, Macdonald WB. Efficacy of a small single dose of oral dexamethasone for croup. BMJ, 1996 [17:14].
- Fifoot AA, Ting JY. Comparison of dexamethasone and prednisolone in croup. Emerg Med Australas, 2007 [17:14].
- Russell KF et al. Glucocorticoids for croup. Cochrane Database of Systematic Reviews, 2011 [17:14].
- Arrigoni A et al. Dexamethasone versus prednisolone/budesonide for croup: systematic review. Cochrane Library, 2023 [17:37].
- Parker CM et al. Dexamethasone versus prednisone in croup: randomized trial. Annals of Emergency Medicine, 2019 [18:48].
- Westley CR, Cotton EK, Brooks JG. Nebulized racemic epinephrine by IPPB for the treatment of croup. Am J Dis Child, 1978 [19:08].
- Braude AC et al. Pulmonary disposition of hydrocortisone, methylprednisolone, and prednisolone. Am Rev Respir Dis, 1982/1983 [19:50].
- WHO Rapid Evidence Appraisal for COVID-19 Therapies (REACT) Working Group. Corticosteroids in severe pneumonia. JAMA, 2020 [20:16].
Ομιλητής
Δήμος Κ. Γίδαρης
Παιδίατρος – Παιδοπνευμονολόγος (FRCPCH, MRCPEdin, PhD, MSc, PGCertMed, European Diploma in Paediatric Respiratory Medicine), Senior Lecturer, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Λευκωσίας, «Παιδιατρικό Πνευμονολογικό Θεσσαλονίκης»
2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων, Θεσσαλονίκη · 7–9 Νοεμβρίου 2025
Το κείμενο αποδίδει σε γραπτό λόγο την ομιλία «Δήμος Κ Γίδαρης Κορτιζόνη, Καθημερινά διλήμματα και έξυπνες αποφάσεις» (Δήμος Κ. Γίδαρης, 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων, Θεσσαλονίκη, 7–9 Νοεμβρίου 2025). Απόδοση με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης και επιμέλεια της Ένωσης. Ισχύει για την περίοδο της ομιλίας· για τις τρέχουσες οδηγίες συμβουλευτείτε τις πηγές. Πώς γράφουμε





